Το «κανονικό μέγεθος» που τελικά είναι για κουκλόσπιτο!

Παραγγέλνω ένα διακοσμητικό από το διαδίκτυο. Στη φωτογραφία μοιάζει να καταλαμβάνει μισό τραπέζι. Φτάνει το δέμα και χωράει στην παλάμη μου! Ξανακοιτάζω την περιγραφή και, φυσικά, οι διαστάσεις υπήρχαν. Κάπου ανάμεσα σε 48 άλλες πληροφορίες, με γράμματα που χρειάζονται μεγεθυντικό φακό. Δεν ζητάω να μεγαλώσουν τα προϊόντα. Να σταματήσουν να τα φωτογραφίζουν σαν να είναι τρεις φορές μεγαλύτερα ζητάω! Γιατί άλλο να παραγγέλνω διακόσμηση για το σαλόνι μου κι άλλο να μου έρχεται εξοπλισμός για το σπίτι της Barbie!

Τα παπούτσια που αποκαλύπτουν τον πραγματικό τους χαρακτήρα στην τρίτη έξοδο!

Στο κατάστημα είναι τέλεια. Στο σπίτι υπέροχα. Στην πρώτη βόλτα δεν έχω κανένα παράπονο. Και κάπου στην τρίτη έξοδο αποφασίζουν ότι το μικρό μου δαχτυλάκι περισσεύει! Το χειρότερο; Τα έχω ήδη φορέσει και η επιστροφή τους δεν είναι πλέον απλή υπόθεση. Κάποιος πρέπει επιτέλους να εφεύρει δοκιμαστήριο παπουτσιών με προσομοίωση τρίωρης βόλτας.


Το «έχω μια γνωριμία» που τελικά δεν γνωρίζει κανέναν!

Ψάχνω έναν καλό τεχνίτη, έναν γιατρό, έναν άνθρωπο να με βοηθήσει σε μια δουλειά. «Μην ανησυχείς, έχω εγώ κάποιον!». Τέλεια, σώθηκα! Τρεις μέρες μετά ανακαλύπτω ότι ο «κάποιος» είναι ξάδερφος ενός παλιού συναδέλφου, που κάποτε ήξερε έναν άνθρωπο που ίσως μπορεί να βοηθήσει. Και φυσικά, περιμένω ακόμη το πολυπόθητο τηλέφωνο. Παιδιά, αν η γνωριμία σας χρειάζεται γενεαλογικό δέντρο για να εντοπιστεί, προτιμώ να ψάξω μόνη μου!

 Το ασανσέρ που σταματάει παντού εκτός από τον όροφό μου!

Μπαίνω στο ισόγειο. Πατάω έκτο. Σταματάει στον πρώτο. Κανείς. Στον δεύτερο μπαίνει κάποιος που θέλει τρίτο. Στον τέταρτο ανοίγει η πόρτα και κάποιος ρωτάει «α, κατεβαίνει;». Στον πέμπτο περιμένουμε έναν κύριο που «έρχεται σε ένα λεπτάκι». Μέχρι να φτάσω στον έκτο, έχω γνωρίσει τη μισή πολυκατοικία, έχω μάθει ποιος μετακομίζει και ποιος περιμένει δέμα. Δεν ξέρω αν μπήκα σε ασανσέρ ή σε γενική συνέλευση πολυκατοικίας.

Το «λίγο πικάντικο» που χρειάζεται πυροσβεστήρα!

Ρωτάω στο εστιατόριο αν το πιάτο είναι καυτερό. «Όχι ιδιαίτερα, λίγο μόνο!». Ωραία, λέω, ας το δοκιμάσω. Παίρνω την πρώτη μπουκιά και ξαφνικά βλέπω μπροστά μου όλη μου τη ζωή. Πίνω νερό, τρώω ψωμί, αρχίζω να διαπραγματεύομαι με τον ουρανίσκο μου. Και ο σερβιτόρος με κοιτάζει απορημένος: «Μα δεν είναι καθόλου καυτερό!». Αν αυτό είναι το λίγο, στο πολύ τι κάνετε; Φωνάζετε την Πυροσβεστική πριν σερβίρετε;