Μερικές φορές δεν μας αγχώνει αυτό που έχουμε να κάνουμε. Μας αγχώνει αυτό που αποφασίσαμε ότι πρέπει να κάνουμε αμέσως για τους άλλους.
Κάθεσαι και δουλεύεις.
Έχεις μπει επιτέλους σε ρυθμό, έχεις ανοίξει τα σωστά αρχεία, έχεις βρει συγκέντρωση, έχεις πει «τώρα δεν σηκώνομαι για τίποτα».
Και τότε ακούγεται η φράση:
«Μου κάνεις μια χάρη;»
Και κάπως έτσι, πέντε λεπτά μετά, δεν κάνεις πια αυτό που έκανες.
Ψάχνεις ένα email που δεν είναι δικό σου. Παίρνεις ένα τηλέφωνο που δεν είχες σκοπό να πάρεις. Στέλνεις κάτι «στα γρήγορα». Βρίσκεις μια πληροφορία. Κανονίζεις κάτι. Θυμάσαι κάτι για λογαριασμό κάποιου άλλου.
Και το πιο παράξενο;
Κανείς δεν σου είπε ότι είναι επείγον.
Το έκανες επείγον εσύ.
Το «μου το ζήτησε τώρα» δεν σημαίνει «το χρειάζεται τώρα»
Νομίζω ότι κάπου έχουμε μπερδέψει δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.
Το πότε κάποιος σκέφτηκε να σου ζητήσει κάτι και το πότε πραγματικά χρειάζεται να γίνει.
«Μπορείς να μου στείλεις εκείνο το αρχείο;»
Ναι.
Αλλά μπορεί και στις 6.
«Μπορείς να πάρεις ένα τηλέφωνο;»
Φυσικά.
Αλλά ίσως μόλις τελειώσεις αυτό που ήδη κάνεις.
Γιατί πολλές φορές δεν υπάρχει πραγματικό deadline. Υπάρχει απλώς ένα αίτημα που έφτασε στη ζωή σου στις 11:23 και για κάποιον ανεξήγητο λόγο το μετέτρεψες σε προσωπική κατάσταση έκτακτης ανάγκης στις 11:24.
Το “ναι” δεν σημαίνει “αμέσως”
Εδώ είναι που έχουμε επίσης κάνει ένα περίεργο μπέρδεμα.
Νομίζουμε ότι αν πούμε:
«Ναι, βέβαια. Θα το κάνω το απόγευμα.»
κάπως χαλάσαμε τη χάρη.
Όχι.
Η χάρη εξακολουθεί να είναι χάρη.
Δεν γίνεσαι λιγότερο διαθέσιμος, λιγότερο καλός φίλος, λιγότερο εξυπηρετικός ή λιγότερο συνεργάσιμος επειδή δεν εγκατέλειψες ό,τι έκανες για να τρέξεις.
Μπορείς να βοηθήσεις κάποιον χωρίς να παραδώσεις μαζί και το πρόγραμμά σου.
Και ειλικρινά, το «ναι, αλλά λίγο αργότερα» είναι από τις πιο χρήσιμες φράσεις που μπορούμε να μάθουμε.
Γιατί τρέχουμε τόσο εύκολα;
Ίσως επειδή έχουμε συνδέσει την ταχύτητα με την καλοσύνη.
Όσο πιο γρήγορα ανταποκρίνεσαι, τόσο περισσότερο νοιάζεσαι.
Όσο πιο γρήγορα εξυπηρετείς, τόσο πιο καλός είσαι.
Όσο πιο γρήγορα λύνεις το πρόβλημα του άλλου, τόσο πιο απαραίτητος γίνεσαι.
Μόνο που υπάρχει και το κόστος.
Γιατί κάθε φορά που αφήνεις κάτι δικό σου στη μέση, χρειάζεται μετά να ξαναμπείς σε αυτό. Να θυμηθείς πού ήσουν. Να ξαναβρείς συγκέντρωση. Να ξαναστήσεις τον ρυθμό σου.
Και στο τέλος της ημέρας έχει συμβεί το κλασικό:
Έκανες δέκα πράγματα για άλλους και αναρωτιέσαι γιατί δεν πρόλαβες τίποτα δικό σου.
Η ερώτηση που αλλάζει τα πάντα
Την επόμενη φορά που θα ακούσεις «μου κάνεις μια χάρη;», πριν πεταχτείς από την καρέκλα, κάνε στον εαυτό σου μία δεύτερη ερώτηση:
«Είναι επείγον ή απλώς μου ζητήθηκε τώρα;»
Αν είναι επείγον, φυσικά και τρέχεις.
Αν δεν είναι, βάλ’ το κάπου στη μέρα σου που χωράει.
Γιατί το πραγματικό όριο δεν χρειάζεται πάντα να είναι ένα μεγάλο, δύσκολο «όχι».
Μερικές φορές είναι πολύ πιο απλό:
«Ναι. Αλλά όχι τώρα.»



































