Σακχαρώδης διαβήτης – Αντίσταση στην ινσουλίνη & Συσχέτιση με Αυτοάνοσα Ρευματικά Νοσήματα

Αυτοάνοσα Ρευματικά Νοσήματα ορίζονται οι παθήσεις που προκαλούνται από υπερβολική και λανθασμένη απόκριση του Ανοσοποιητικού συστήματος, έναντι του ίδιου του οργανισμού αναγνωρίζοντας -σαν ξένα- δικά του στοιχεία.
Η χρόνια συστηματική φλεγμονή είναι χαρακτηριστικό των Αυτοάνοσων Ρευματικών νοσημάτων.
Ο Σ.Δ. και οι Αυτοάνοσες Ρευματικές παθήσεις μοιράζονται παρόμοιους παράγοντες κινδύνου, όπως κληρονομικό υπόβαθρο υψηλού κινδύνου – προδιατεθειμένο σε επίμονη φλεγμονή και δυσρυθμισμένο μεταβολισμό.
Άτομα με Χρόνια Φλεγμονή όπως οι οι Αυτοάνοσες Ρευματικές παθήσεις- έχουν αυξημένο Καρδιαγγειακό κίνδυνο, αλλά και αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης αντίσταση στην Ινσουλίνη, επομένως κίνδυνο ανάπτυξης Σ.Δ.

Τι είναι η αντίσταση στην ινσουλίνη;
Η αντίσταση στην ινσουλίνη τυπικά ορίζεται ως μειωμένη ευαισθησία ή ανταπόκριση στις μεταβολικές δράσεις της ινσουλίνης, όπως η είσοδος της γλυκόζης στα κύτταρα που
προκαλείται από την ινσουλίνη και η αναστολή της ηπατικής παραγωγής γλυκόζης.
Εάν η αντίσταση στην ινσουλίνη αφεθεί χωρίς θεραπεία, μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη προδιαβήτη, σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 ή άλλων μεταβολικών καταστάσεων, όπως καρδιακές παθήσεις και λιπώδη διήθηση του ήπατος.
Τα άτομα με αντίσταση στην ινσουλίνη, ή αλλιώς μειωμένη ευαισθησία στην ινσουλίνη, έχουν δημιουργήσει μια ανοχή στην ινσουλίνη, καθιστώντας την ορμόνη λιγότερο αποτελεσματική. Ως εκ τούτου, χρειάζονται περισσότερη ινσουλίνη προκειμένου τα λιπώδη και μυϊκά κύτταρα να προσλάβουν τη γλυκόζη και το ήπαρ να συνεχίσει να την αποθηκεύει.
Η ινσουλίνη έχει και άλλους ρόλους στο σώμα εκτός από τη ρύθμιση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα, και τα αποτελέσματα της αντίστασης στην ινσουλίνη πιστεύεται ότι είναι περισσότερα από τον σακχαρώδη διαβήτη. Για παράδειγμα, ορισμένες έρευνες έχουν δείξει ότι η αντίσταση στην ινσουλίνη, ανεξάρτητα από τον διαβήτη, σχετίζεται και με καρδιακές παθήσεις.

Τι προκαλεί την αντίσταση στην ινσουλίνη;
Έχουν εντοπιστεί αρκετά γονίδια που κάνουν ένα άτομο περισσότερο ή λιγότερο ευαίσθητο στο να εμφανίσει την πάθηση. Είναι επίσης γνωστό ότι οι ηλικιωμένοι είναι πιο επιρρεπείς στην αντίσταση στην ινσουλίνη.
Ο τρόπος ζωής μπορεί επίσης να παίξει ρόλο. Η καθιστική ζωή, το υπερβολικό βάρος και η παχυσαρκία αυξάνει τον κίνδυνο για αντίσταση στην ινσουλίνη. Ορισμένοι ερευνητές θεωρούν ότι ο επιπλέον λιπώδης ιστός μπορεί να προκαλέσει φλεγμονή, σωματικό στρες ή άλλες αλλαγές στα κύτταρα που συμβάλλουν στην αντίσταση στην ινσουλίνη.
Υπάρχει σύνδεση μεταξύ των Αυτοάνοσων ρευματικών νοσημάτων και του Σ.Δ. Οι ρευματικές παθήσεις αποτελούν κίνδυνο ή συνοσηρότητα του Σ.Δ. Οι ασθενείς με Ρευματοειδή Αρθρίτιδα με συνυπάρχοντα διαβήτη διατρέχουν ακόμη υψηλότερο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου, την κύρια αιτία θανάτου σε αυτόν τον πληθυσμό.
Οι βιολογικοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται στην Ρευματοειδή Αρθρίτιδα – αλλά και σε άλλα Αυτοάνοσα Ρευματικά Νοσήματα ιδιαίτερα οι αναστολείς του TNF-α μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο για Διαβήτη, σε ασθενείς με Ρ.Α.

Συμπερασματικά
Η παρακολούθηση του Διαβήτη πρέπει να αποτελεί μέρος της ρουτίνας Παρακολούθησης / Θεραπείας ασθενών με Αυτοάνοσες Ρευματικές παθήσεις.

Ελένη Κομνηνού
Ειδική Ρευματολόγος / Επιστημονικά Υπεύθυνη Ρευματολογικού Τμήματος Metropolitan General / Διευθύντρια Κλινικής “Αυτοάνοσων Ρευματικών Νοσημάτων ” Metropolitan General