Η θεατρική άνοιξη της Μάνιας Παπαδημητρίου

Βραβευμένη ηθοποιός, σκηνοθέτρια, συγγραφέας και δασκάλα υποκριτικής, η Μάνια Παπαδημητρίου δεν χρειάζεται συστάσεις στο θεατρόφιλο κοινό. Αυτή την περίοδο επιστρέφει σε δύο έργα, που σημάδεψε με τις ερμηνείες της: τον μονόλογο «Αθηνάς Παναγούλη, Επιτάφιος» του Γιάννη Σολδάτου σε σκηνοθεσία Κωστή Καπελώνη, και τον «Διάδρομο 2» της Ευσταθίας, αυτή τη φορά σκηνοθετώντας ένα κείμενο, που η ίδια είχε πρωτοπαίξει πριν από μερικά χρόνια, σημειώνοντας τεράστια επιτυχία.  

Tι σε έκανε να επιστρέψεις στον « Διάδρομο» της Ευσταθίας, που θα δούμε στο θέατρο Arroyo;

Με χαρά δέχτηκα να μπω στην περιπέτεια αυτή, γιατί αγαπώ πολύ αυτό τον μονόλογο και βρήκα ότι θα ήταν τέλεια ιδέα να το δοκιμάσουμε ξανά, με άντρα αυτή τη φορά. Η Ευσταθία προσάρμοσε το κείμενο ώστε να ταιριάζει σε άντρα και ο Δημήτρης  Χαβρές το πίστεψε και το υποστηρίζει με υπέροχο τρόπο. Νομίζω πως στην εποχή μας το κείμενο μοιάζει πιο ταιριαστό από ό,τι όταν το πρωτοπαίξαμε, γιατί ορισμένα πράγματα που τότε φαίνονταν τελεολογικά, σήμερα μοιάζουν πραγματικά. Η τεχνολογία έχει προχωρήσει κι άλλο και η ανθρώπινη πλευρά του ανθρώπου φαίνεται πιο ενοχλητική για τον κόσμο της τεχνολογίας από ό,τι τότε που το έπαιξα εγώ.

Ποιες είναι οι διαφορές αυτής της δεύτερης εκδοχής, που έχει άνδρα  πρωταγωνιστή;

Οι διαφορές είναι περισσότερο ως προς τα ενδιαφέροντα του προσώπου , τις αγωνίες σε σχέση με τον έρωτα και τη μοναξιά, αλλά και το πρότυπο της ομορφιάς και της δύναμης ,όπως προβάλλεται από τη διαφήμιση. Ουσιαστικά άλλαξαν κάποια πραγματολογικά στοιχεία, που θα φαίνονταν πιο πειστικά ότι ανήκουν σε ένα αγόρι. Στην ουσία, το βάθος της ψυχής και η αγωνία της ύπαρξης και της ανάγκης για ένταξη επαγγελματική σε αυτό τον κόσμο δεν διαφέρει και πολύ. Το ίδιο άχρηστος φαίνεται κι ένας άντρας, όπως και μια γυναίκα, στο σύστημα όταν δεν πληροί τα «standards» που αυτό ζητάει.

Τι οδηγεί τελικά αυτός ο «Διάδρομος»;

Ο Διάδρομος είναι η πλατφόρμα εκπαίδευσης του σύγχρονου ανθρώπου με στόχο  να ξεκόψει από το συναίσθημα, τη μνήμη, την αγάπη για τις ανθρωπιστικές σπουδές και να αποδεχθεί τη θέση για την οποία τον προορίζει το σύστημα. Να γίνει μια αποτελεσματική «ανεργογεννήτρια» και να τρέχει όλη την ώρα, δηλαδή να δουλεύει για το τίποτα.

Παράλληλα συνεχίζεις τις παραστάσεις σου με τον  μονόλογο της Αθηνάς Παναγούλη. Μελετώντας αυτή τη γυναίκα, τι ήταν αυτό  που σε κινητοποίησε να την ερμηνεύσεις;

Παίζουμε ναι τον μονόλογο «Αθηνάς Παναγούλη επιτάφιος» ξανά στις 24 και 25 Απριλίου στο αυτοδιαχειριζόμενο στέκι του Εμπρός. Είναι μια παράσταση που αγάπησα πάρα πολύ, γιατί αφηγείται την ιστορία του Αλέκου Παναγούλη μέσα από τα λόγια της μητέρας του, και ουσιαστικά είναι μια κραυγή ενάντια στο φασισμό και τη βία. Ο Αλέκος Παναγούλης είχε κάνει τεράστιο αγώνα ως βουλευτής μετά από τη Δικτατορία για να εξαλειφθούν οι θύλακες των φασιστών από όλους τους χώρους του κράτους. Ήθελε κάθαρση στον στρατό στην αστυνομία και στη δικαιοσύνη. Αλλά δεν τα κατάφερε. Έτσι σήμερα έχουμε τα φαινόμενα που έχουμε με τους περίφημους «νοσταλγούς του χθες» και τις ιδέες τους, ιδέες που απαξιώνουν τη δημοκρατία και την ελευθερία των πολιτών, προσπαθώντας να επιβάλουν ξανά εκείνο το περίφημο «πατρίς-θρησκεία-οικογένειαα» και το «Ελλάς Ελλήνων χριστιανών»  που στην εποχή της χούντας μάς έκανε να ανατριχιάζουμε με τον τρόπο που το επέβαλε η παρέα των συνταγματαρχών. Αν ο Παναγούλης δεν είχε σκοτωθεί, ίσως  πολλά πράγματα  να ήταν σήμερα διαφορετικά. Και φυσικά δεν ήταν το μόνο θύμα των φασιστών και των βασανιστών της χούντας. Από τότε μέχρι σήμερα έχουμε να θυμηθούμε κι άλλα θύματα, ανθρώπους που μετά τους τιμούμε σαν ήρωες γιατί τους «καθάρισαν» οι φασίστες. Και δίνουμε τα ονόματά τους στις πλατείες και τις λεωφόρους, αλλά οι δίκες για να αποδοθεί το δίκιο τους κρατάνε τόσα χρόνια, που όταν πια τελειώσουν, πολύ λίγοι θυμούνται την αρχή  Αυτό είναι κατάρα και πρέπει να σταματήσει. Σήμερα φτάσαμε στο σημείο κάποιοι να υποστηρίζουν ότι δεν υπήρξαν νεκροί στο πολυτεχνείο και να μην ντρέπονται… Λες και δεν υπάρχουμε εμείς που τα είδαμε τα ακούσαμε από πρώτο χέρι και όλοι αυτοί που ήταν εκεί μέσα και τα είδαν με τα μάτια τους. Μορφές σαν του Παναγούλη, του Λαμπράκη αλλά και του νεώτερου ήρωα της νέας γενιάς του Παύλου Φύσσα, αν ζούσαν πολλά σε αυτό τον τόπο θα ήταν αλλιώς.

Ποια είναι η Αθηνά Παναγούλη και πώς παρουσιάζεται μέσα στην παράστασή σας;

Η μητέρα του Παναγούλη, όπως παρουσιάζεται στο έργο του Γιάννη Σολδάτου και την σκηνοθέτησε ο Κωστής Καπελώνης, έχει δύναμη και κουράγιο να στηρίξει το παιδί της και να το τιμήσει σαν ήρωα όπως του άξιζε. Έχει όμως και το στίγμα της χαροκαμένης μάνας , γιατί είχε χάσει με αδιευκρίνιστο τρόπο και άλλο ένα παιδί, τον αδελφό του Αλέκου , τον Γιώργο που είναι ένας από τους πολλούς αγνοούμενους της δικτατορίας. Η μητέρα αυτή για μένα συμβολίζει όλες τις μανάδες που τους σκότωσαν τα παιδιά σε στιγμές της Ιστορίας αυτού του τόπου, όπου τα μυστικά και οι σκοτεινές διαδρομές δεν επιτρέπουν οι αλήθειες να βγουν στο φως. Όπως η γιαγιά μου που έχασε το παιδί της στο δεύτερο αντάρτικο, αλλά και η Μάγδα Φύσσα που της δολοφόνησαν τον Παύλο και τώρα η Μαρία Καρυστιανού και όλες οι  άλλες μανάδες και πατεράδες των παιδιών των Τεμπών, που αγωνίζονται να βγει η αλήθεια για τον θάνατο των  παιδιών τους στο φώς.

  Έχεις κοινά σημεία  με την Αθηνά Παναγούλη, σε ποια κομμάτια της μοιάζετε;

Δεν ξέρω αν έχω κοινά στοιχεία με το πραγματικό πρόσωπο. Προσπάθησα να την πλησιάσω, να την τιμήσω, ελπίζω να τα κατάφερα.

Μετά από τόσους ρόλους στο θέατρο, υπάρχει κάτι που ονειρεύεσαι, που θα ήθελες πολύ να κάνεις;

Δεν μπορώ να πω ότι έχω κάποιο όνειρο για συγκεκριμένο ρόλο. Μου αρέσει να παίζω σε ωραία έργα, που κάνουν το θεατή να σκέφτεται μετά, να μην πηγαίνει σπίτι του και να είναι σαν να μην έχει δει τίποτα. Μου αρέσει επίσης να φτιάχνω παραστάσεις μέσα από λογοτεχνικά κείμενα και να τα κάνω θέατρο μέσα από τον λόγο και τη μουσική. Μου αρέσουν τα παλιά ημερολόγια των ανθρώπων, οι μαρτυρίες που ανοίγουν δρόμο σκέψης για το πώς ήταν τα πράγματα, πριν φτάσουμε εδώ που είμαστε τώρα.

Πώς βλέπεις εσύ σήμερα τη θεατρική πραγματικότητα στην Ελλάδα;

Η θεατρική πραγματικότητα σήμερα  θα έλεγα πως είναι χαοτική. Όμως αυτό είναι καλύτερο από το να ήταν πλήρως οργανωμένη και ελεγχόμενη από δύο τρία κέντρα. Είναι έτσι δηλαδή, δύο τρία κέντρα αποφασίζουν, αλλά δεν είναι και τελείως έτσι ακόμα. Μπορεί ακόμα ο καθένας να βρει έναν τρόπο να κάνει ό, τι σκέφτεται σε κάποιο σημείο της πόλης αυτής ή κάπου αλλού. Αυτό δεν πρέπει να σταματήσει.