Κάθε καλοκαίρι ερωτευόμαστε τα μικρά χωριά, τις πλατείες, τα ταβερνάκια και τη ζωή που μοιάζει να κυλά πιο αργά. Θέλουμε στ’ αλήθεια να αλλάξουμε τόπο ή απλώς μας λείπει ένας διαφορετικός τρόπος να ζούμε;
Κάθε φορά που βρίσκομαι σε ένα μικρό χωριό, μου συμβαίνει περίπου το ίδιο. Βλέπω την πλατεία με τα λιγοστά τραπεζάκια, το καφενείο όπου όλοι γνωρίζονται, το μικρό παντοπωλείο, μια ταβέρνα κάτω από τα πλατάνια και κάπου ένα μαγαζάκι με μέλι, βότανα και γλυκά του κουταλιού. Και πριν καλά καλά τελειώσω τον πρώτο καφέ, έχω ήδη σκεφτεί: «Μακάρι να ζούσα εδώ».
Δεν νομίζω ότι είμαι η μόνη. Εμείς οι άνθρωποι της πόλης έχουμε μια ιδιαίτερη αδυναμία σε αυτή τη ζωή. Μας αρέσει που οι αποστάσεις είναι μικρές, που οι άνθρωποι λένε καλημέρα, που το βράδυ υπάρχει ησυχία και που για να φας καλά δεν χρειάζεται να έχεις κάνει κράτηση πριν από τρεις εβδομάδες. Για λίγες ημέρες, όλα μοιάζουν πιο ανθρώπινα. Και η δική μας καθημερινότητα, με την κίνηση, τα deadlines, τα κινητά και το μόνιμο «τρέχω», ξαφνικά μοιάζει εντελώς παράλογη.
Το χωριό του Αυγούστου δεν είναι το χωριό του Φεβρουαρίου
Υπάρχει, βέβαια, μια μικρή λεπτομέρεια: εγώ βλέπω αυτό το χωριό ενώ είμαι σε διακοπές. Δεν ξυπνάω Δευτέρα πρωί για δουλειά, δεν πρέπει να πάω τα παιδιά κάπου, δεν ψάχνω για γιατρό, δεν περιμένω courier ούτε αναρωτιέμαι τι θα κάνω όταν έρθει ο χειμώνας και οι μισοί άνθρωποι φύγουν.
Η ταβέρνα που μου φαίνεται υπέροχη τον Αύγουστο μπορεί να είναι κλειστή τον Ιανουάριο. Η απόσταση από την πόλη που σήμερα μοιάζει «τόσο ωραία, απομονωμένη» μπορεί κάποια στιγμή να γίνει ταλαιπωρία. Και η ησυχία που λατρεύω για πέντε ημέρες ίσως, αν ήταν η μόνιμη καθημερινότητά μου, να μου φαινόταν εντελώς διαφορετική.
Αρα ίσως δεν έχω ερωτευτεί τόσο τον τόπο. Ισως έχω ερωτευτεί τον τρόπο που ζω όταν βρίσκομαι εκεί.
Μήπως τελικά μας λείπει ο ρυθμός;
Στο χωριό περπατάω περισσότερο. Κάθομαι περισσότερο στο τραπέζι. Δεν κοιτάζω συνεχώς την ώρα. Μπαίνω σε ένα μικρό μαγαζί και πιάνω κουβέντα. Δεν θεωρώ ότι κάθε λεπτό της ημέρας πρέπει να είναι «χρήσιμο». Αν ο καφές κρατήσει μία ώρα παραπάνω, δεν έγινε τίποτα. Αν δεν δω ένα mail, επίσης.
Και ίσως αυτό ακριβώς είναι που μας συνεπαίρνει κάθε καλοκαίρι. Οχι η ιδέα ότι ξαφνικά θέλουμε όλοι να εγκαταλείψουμε την πόλη και να ανοίξουμε ξενώνα στο Ζαγόρι. Αλλά η ανακάλυψη ότι μπορούμε να υπάρχουμε και λίγο διαφορετικά.
Λίγο χωριό μέσα στην πόλη
Το καλό είναι ότι δεν χρειάζεται να μετακομίσουμε για να κρατήσουμε κάτι από αυτή τη ζωή. Μπορούμε να περπατήσουμε περισσότερο στη γειτονιά μας. Να γνωρίσουμε τον άνθρωπο από το μικρό μαγαζί της γωνίας. Να καθίσουμε για φαγητό χωρίς το κινητό πάνω στο τραπέζι. Να αφήσουμε ένα απόγευμα χωρίς πρόγραμμα. Να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε κάθε κενό στην ημέρα σαν χώρο που πρέπει οπωσδήποτε να γεμίσει.
Μπορεί απλώς να θέλω, όταν επιστρέψω στην πόλη, να μη γυρίσω ακριβώς στον ίδιο τρόπο ζωής που με έκανε να λαχταρήσω να φύγω από αυτήν.
Μπορεί τελικά να μη θέλω να ζήσω σε εκείνο το μικρό χωριό. Ή μήπως όχι;




























