Emotional Latency Syndrome: όταν το συναίσθημα έρχεται πάντα αργά

 

Στις περισσότερες σχέσεις, το πρόβλημα δεν είναι ότι λείπουν τα συναισθήματα. Είναι ότι συχνά εκδηλώνονται… εκτός χρόνου. Η κατανόηση, η ενσυναίσθηση και η συναισθηματική ανταπόκριση εμφανίζονται, αλλά όχι τη στιγμή που η σχέση τις χρειάζεται. Έρχονται αργότερα, αφού η ένταση έχει περάσει, αφού η στιγμή έχει χαθεί. Αυτό το φαινόμενο, που παρατηρείται όλο και συχνότερα τα τελευταία χρόνια, περιγράφεται ως Emotional Latency Syndrome.

Ο όρος αναφέρεται στη χρονική καθυστέρηση ανάμεσα σε ένα συναισθηματικό ερέθισμα και στην αντίδραση σε αυτό. Στις σχέσεις όπου εμφανίζεται, οι αντιδράσεις είναι συνήθως ώριμες, λογικές και καλοπροαίρετες. Αυτό που λείπει δεν είναι η πρόθεση, αλλά ο συγχρονισμός. Το συναίσθημα δεν απουσιάζει· απλώς δεν συναντά τη στιγμή.

Το συναίσθημα εκτός συγχρονισμού

Σε μια σχέση με emotional latency, οι άνθρωποι συχνά περιγράφουν μια κοινή εμπειρία: όταν κάτι συμβαίνει, δεν υπάρχει άμεση συναισθηματική ανταπόκριση. Η αντίδραση έρχεται αργότερα, πιο επεξεργασμένη, πιο ήρεμη, συχνά αποσυνδεδεμένη από την ένταση της αρχικής στιγμής. Αυτό δημιουργεί μια λεπτή αλλά ουσιαστική ρωγμή στη σύνδεση.

Η οικειότητα δεν βασίζεται μόνο στο ίδιο το συναίσθημα, αλλά και στον χρόνο εμφάνισής του. Η συναισθηματική εγγύτητα απαιτεί χρονική εγγύτητα. Όταν η ανταπόκριση καθυστερεί συστηματικά, η σχέση αρχίζει να χάνει τον ρυθμό της, ακόμα κι αν δεν υπάρχουν συγκρούσεις.

Σταδιακά, διαμορφώνονται δύο παράλληλες τάσεις. Από τη μία, κάποιος μαθαίνει να μην εκφράζεται τη στιγμή που κάτι τον αφορά, γνωρίζοντας ότι η ανταπόκριση δεν θα είναι άμεση. Από την άλλη, κάποιος συνηθίζει να επεξεργάζεται τα πάντα εσωτερικά, πιστεύοντας ότι η ποιότητα της αντίδρασης υπερέχει της ταχύτητας. Το συναίσθημα υπάρχει, αλλά σε διαφορετικούς χρόνους.

Γιατί το βλέπουμε όλο και συχνότερα

Το Emotional Latency Syndrome δεν εμφανίζεται τυχαία. Συνδέεται άμεσα με τον τρόπο που ο σύγχρονος εγκέφαλος διαχειρίζεται πίεση, πληροφορία και συναισθηματική διαθεσιμότητα. Η καθημερινότητα χαρακτηρίζεται από συνεχή εναλλαγή ερεθισμάτων και υψηλές απαιτήσεις. Η άμεση συναισθηματική παρουσία συχνά μετατίθεται για αργότερα.

Πολλοί άνθρωποι δεν αποφεύγουν το συναίσθημα από φόβο ή ανωριμότητα, αλλά από υπερφόρτωση. Το επεξεργάζονται όταν βρουν χρόνο, όταν νιώσουν ασφαλείς, όταν αποσυμπιεστούν. Το πρόβλημα είναι ότι οι σχέσεις χρειάζονται παρουσία… στο παρόν.
Έτσι, ενώ το άτομο αισθάνεται ότι ανταποκρίνεται σωστά, η σχέση βιώνει αυτή την καθυστέρηση ως απόσταση.

Δεν είναι έλλειψη συναισθήματος

Ένα κρίσιμο σημείο του Emotional Latency Syndrome είναι ότι δεν ταυτίζεται με τη συναισθηματική αποστασιοποίηση ή την αποφυγή. Τα άτομα που το βιώνουν συχνά διαθέτουν ενσυναίσθηση, αυτογνωσία και πρόθεση επικοινωνίας. Η δυσκολία δεν βρίσκεται στο «τι», αλλά στο «πότε».

Όταν η κατανόηση έρχεται αργά, μοιάζει ανεπαρκής. Όταν η φροντίδα εκφράζεται εκ των υστέρων, χάνει πολλή από τη δύναμή της. Έτσι δημιουργείται μια επαναλαμβανόμενη εμπειρία μη συνάντησης, χωρίς σαφή αιτία.

Η αθόρυβη φθορά 

Με τον χρόνο, η καθυστέρηση συναισθηματικής ανταπόκρισης οδηγεί σε μια μορφή σιωπηλής φθοράς. Η σχέση συνεχίζει να λειτουργεί, αλλά με μειωμένη ένταση και περιορισμένη προσδοκία. Οι αυθόρμητες εκφράσεις μειώνονται, όχι επειδή δεν υπάρχουν συναισθήματα, αλλά επειδή δεν βρίσκουν χώρο στον κοινό χρόνο.

Η εγγύτητα αντικαθίσταται από κατανόηση εκ των υστέρων. Η σύνδεση μετατρέπεται σε διαχείριση. Και το «μαζί» χάνει τη βιωματική του διάσταση, παραμένοντας περισσότερο ως συνθήκη παρά ως εμπειρία.

Τι αποκαλύπτει τελικά το Emotional Latency Syndrome

Το φαινόμενο αυτό δεν θέτει το ερώτημα αν υπάρχει συναίσθημα μέσα σε μια σχέση, αλλά αν υπάρχει κοινός χρόνος για αυτό. Αναδεικνύει τη σημασία του συγχρονισμού ως βασικού συστατικού της οικειότητας. Σε έναν κόσμο που έχει μάθει να επεξεργάζεται τα πάντα αργότερα, η συναισθηματική παρουσία γίνεται όλο και πιο δύσκολη.

Ένα από τα πιο κρίσιμα στοιχεία μιας σύγχρονης σχέσης είναι η ικανότητά μας να εκφράζουμε τα συναισθήματά μας τη σωστή στιγμή. Γιατί η σύνδεση δεν χάνεται πάντα από έλλειψη αγάπης, αλλά συχνά από έλλειψη συγχρονισμού.