Υπάρχει μια εφαρμογή που δεν μετρά βήματα, δεν καταγράφει ύπνο, δεν σου θυμίζει να πιεις νερό. Δεν σου λέει πώς να γίνεις καλύτερος. Δεν σου υπόσχεται ευτυχία.
Σε ρωτά απλώς κάτι άλλο: είσαι ακόμα ζωντανός;
Στην Κίνα έγινε viral μια indie εφαρμογή με το όνομα “Are You Dead Yet” (στα κινέζικα “si le ma” – «πέθανες;»). Η ιδέα της είναι τόσο απλή που σχεδόν σοκάρει: μία φορά τη μέρα πατάς ένα κουμπί. Αν δεν το πατήσεις για δύο συνεχόμενες ημέρες, τότε η εφαρμογή στέλνει αυτόματα email σε ένα άτομο που έχεις ορίσει ως “emergency contact” και του λέει, ουσιαστικά: «Ψάξε τον. Πήγαινε να δεις αν είναι καλά».
Και εδώ συμβαίνει το παράδοξο: αυτό το “κάτι τόσο απλό” γίνεται, ξαφνικά, τεράστιο. Γιατί το κουμπί δεν είναι κουμπί. Είναι μια καθημερινή δήλωση ύπαρξης. Ένα μικρό «είμαι εδώ». Ένα check-in που δεν αφορά τον αλγόριθμο — αφορά την ανθρώπινη επαφή.
Γιατί μας χτυπάει τόσο δυνατά;
Γιατί η εφαρμογή δεν μιλάει για τον θάνατο όπως νομίζεις. Μιλάει για τη σιωπηλή εξαφάνιση. Για το πόσο εύκολο είναι να χαθείς μέσα σε μια ζωή που τρέχει, μέσα σε μια πόλη που δεν κοιτάει, μέσα σε μια καθημερινότητα που έχει γίνει «θα σου απαντήσω όταν προλάβω».
Κι έχουμε φτιάξει έναν κόσμο όπου:
-
μπορείς να είσαι online όλη μέρα και να μην σε δει κανείς πραγματικά,
-
μπορείς να έχεις 500 followers και κανέναν να σου χτυπήσει την πόρτα,
-
μπορείς να περάσεις μια εβδομάδα χωρίς να σε ρωτήσει άνθρωπος «πώς είσαι;» και να το θεωρείς… φυσιολογικό.
Οπότε ναι, όταν μια εφαρμογή σου λέει «αν δεν πατήσεις δύο μέρες, θα ειδοποιήσω κάποιον να σε ψάξει», κάτι μέσα σου κάνει κλικ. Όχι επειδή είσαι μακάβριος. Αλλά επειδή, βαθιά μέσα σου, ξέρεις ότι η απουσία πλέον δεν προκαλεί συναγερμό — προκαλεί απλώς… ακόμα ένα scroll.
Το “κουμπί” είναι η νέα μορφή του «σε σκέφτομαι»
Αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον: η εφαρμογή δεν ζητά να εξομολογηθείς. Δεν σε πιέζει να μιλήσεις για συναισθήματα. Δεν σε υποχρεώνει να είσαι «καλά».
Σου ζητά μόνο να κάνεις το ελάχιστο: να δώσεις σημάδι ζωής.
Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβεις, βάζει ένα τεράστιο ερώτημα στο τραπέζι:
Γιατί χρειάζεται μια εφαρμογή για να βεβαιωθεί κάποιος ότι υπάρχω;
Αν σου φαίνεται υπερβολικό, σκέψου το αλλιώς. Παλιά, οι άνθρωποι «φαίνονταν» επειδή υπήρχε κοινότητα. Η γειτονιά. Το καφενείο. Το «άναψε φως». Το «δεν βγήκε σήμερα». Υπήρχε παρατήρηση — όχι ως έλεγχος, ως φροντίδα. Σήμερα, ζούμε δίπλα-δίπλα και δεν ξέρουμε ούτε το επίθετο του άλλου. Κι αν χαθείς; Θα χαθείς ήσυχα.
Το πιο σκληρό σημείο δεν είναι ο θάνατος. Είναι η μοναξιά.
Και ναι, η μοναξιά δεν είναι πάντα τραγωδία. Μπορεί να είναι επιλογή, ανάσα, ανάγκη. Αλλά υπάρχει κι εκείνη η άλλη μοναξιά: η μοναξιά που δεν τη διάλεξες. Που τη φόρεσες σιγά-σιγά, γιατί όλοι είναι «απασχολημένοι», γιατί «τρέχουν», γιατί «έχουν τα δικά τους».
Εκείνη η μοναξιά που σε κάνει να λες:
-
«Δεν θέλω να ενοχλήσω»
-
«Άσε, θα το περάσω μόνος μου»
-
«Είμαι οκ» (ενώ δεν είσαι)
-
«Δεν χρειάζεται να το πω»
Και κάπου εκεί, μια εφαρμογή σού δίνει «άδεια» να παραδεχτείς κάτι που δεν παραδέχεσαι εύκολα: ότι θες κάποιος να σε προσέξει. Όχι θεαματικά. Όχι με δράματα. Απλά… να υπάρχει.
Και τώρα το Say Yes twist: τι μας λέει αυτό για εμάς;
Ότι έχουμε μπερδέψει την επικοινωνία με την επαφή. Το μήνυμα με τη σχέση. Το emoji με την παρουσία.
Και ότι η νέα πολυτέλεια δεν είναι να έχεις περισσότερα — είναι να έχεις κάποιον που θα καταλάβει την απουσία σου.
Οπότε, αν κάτι αξίζει να κρατήσουμε από αυτή την ιστορία, δεν είναι η εφαρμογή. Είναι ο τρόπος που μας προτείνει να σκεφτόμαστε και να ενεργούμε:
-
Στείλε ένα «είσαι καλά;» χωρίς λόγο.
-
Πάρε ένα τηλέφωνο χωρίς αφορμή.
-
Χτύπα την πόρτα ενός ανθρώπου που ξέρεις ότι «δεν περνάει καλά».
-
Κάνε χώρο για εκείνους που δεν ζητάνε χώρο και ξέρεις ότι ζορίζονται.
Γιατί το αληθινό πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχει ένα app που σε ρωτάει αν είσαι ζωντανός.
Το αληθινό πρόβλημα είναι ότι μπορεί να μην υπάρχει άνθρωπος που θα το ρωτήσει πρώτος.
Και ίσως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν πάτησες σήμερα το κουμπί.
Αλλά αν υπάρχει κάποιος που θα ανησυχήσει αν δεν το πατήσεις αύριο.











































