Σε ποια ηλικία θεωρείται κάποιος «ηλικιωμένος»; Πολλοί λένε μετά τα 65 ή τα 70. Η κοινωνία, η εργασία, η συνταξιοδότηση και η ποπ κουλτούρα έχουν χαράξει εδώ και δεκαετίες ένα αυθαίρετο όριο. Όμως η επιστήμη τα τελευταία χρόνια δίνει μια πολύ πιο σύνθετη –και ενδιαφέρουσα– απάντηση.
Πρόσφατες μελέτες από κορυφαία ερευνητικά ιδρύματα, ανάμεσά τους και το Πανεπιστήμιο Stanford, δείχνουν ότι η γήρανση δεν είναι μια γραμμική διαδικασία ούτε ξεκινά σε μία συγκεκριμένη ηλικία. Αντίθετα, πρόκειται για μια δυναμική βιολογική πορεία, με διακριτές φάσεις και «άλματα», που διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Η γήρανση δεν ξεκινά απότομα
Ένα από τα πιο διαδεδομένα -αλλά απλουστευμένα- συμπεράσματα που κυκλοφόρησαν πρόσφατα είναι ότι «το γήρας ξεκινά στα 78». Στην πραγματικότητα, η επιστήμη δεν υποστηρίζει κάτι τόσο απόλυτο. Αυτό που δείχνουν οι σύγχρονες έρευνες είναι ότι ο οργανισμός δεν γερνά σταδιακά με τον ίδιο ρυθμό, αλλά περνά από φάσεις επιτάχυνσης και σταθερότητας.
Μελέτες που βασίζονται στην ανάλυση χιλιάδων βιολογικών δεικτών –κυρίως πρωτεϊνών στο πλάσμα του αίματος– αποκαλύπτουν ότι υπάρχουν συγκεκριμένες ηλικιακές περίοδοι όπου το σώμα αλλάζει πιο έντονα. Τέτοιες μεταβατικές φάσεις έχουν εντοπιστεί γύρω στα 40, στα 60 και σε προχωρημένες ηλικίες. Δεν πρόκειται όμως για «έναρξη γήρατος», αλλά για βιολογικές αναδιατάξεις.
Τι μετράει πραγματικά η επιστήμη
Αντί να εξετάζει μόνο την ηλικία σε χρόνια, η σύγχρονη βιολογία εστιάζει στη λεγόμενη «βιολογική ηλικία». Αυτή προκύπτει από δείκτες όπως: η λειτουργία του ανοσοποιητικού, οι μεταβολικές αλλαγές, η φλεγμονή, η κυτταρική φθορά και οι αλλαγές στο πρωτεϊνικό προφίλ του οργανισμού.
Δύο άνθρωποι 65 ετών μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετική βιολογική κατάσταση. Ο ένας μπορεί να παρουσιάζει δείκτες που παραπέμπουν σε πολύ νεότερο οργανισμό, ενώ ο άλλος να εμφανίζει επιταχυνόμενη φθορά. Αυτός είναι και ο λόγος που η επιστήμη αποφεύγει πλέον τους απόλυτους αριθμούς.
Πότε θεωρείται κάποιος «ηλικιωμένος»;
Δεν υπάρχει ένα επιστημονικά αποδεκτό ηλικιακό όριο που να σηματοδοτεί το γήρας. Οι ερευνητές συμφωνούν ότι η γήρανση είναι μια συσσώρευση αλλαγών και όχι ένα γεγονός που «ξεκινά» σε μια συγκεκριμένη στιγμή. Το σώμα μπορεί να παραμένει λειτουργικά ανθεκτικό μέχρι πολύ προχωρημένες ηλικίες, ειδικά όταν συνδυάζονται παράγοντες όπως: σωματική δραστηριότητα, καλή ποιότητα ύπνου, κοινωνική σύνδεση και χαμηλά επίπεδα χρόνιου στρες.
Γιατί μας γοητεύει τόσο αυτή η ερώτηση
Η εμμονή μας με το «πότε γερνάμε» δεν είναι τυχαία. Το γήρας έχει συνδεθεί πολιτισμικά με απώλεια, παρακμή και τέλος. Όταν όμως η επιστήμη δείχνει ότι η διαδικασία είναι πιο ρευστή και λιγότερο προβλέψιμη, ανοίγει ένας νέος τρόπος να αντιληφθούμε τον χρόνο και το σώμα μας. Δεν πρόκειται για άρνηση της φθοράς, αλλά για κατανόηση της πολυπλοκότητάς της.


































