Υπάρχει ένα αντικείμενο που ενώνει σχεδόν όλα τα ελληνικά σπίτια. Δεν είναι το σεμεδάκι, ούτε το καλό σερβίτσιο που δεν χρησιμοποιούμε ποτέ. Είναι η σακούλα με τις σακούλες.
Μια μεγάλη σακούλα, συνήθως κρυμμένη κάτω από τον νεροχύτη ή μέσα σε κάποιο ντουλάπι, που φιλοξενεί δεκάδες μικρότερες. Κάποιες είναι προσεκτικά διπλωμένες, άλλες τσαλακωμένες, ενώ μερικές έχουν ξεχαστεί εκεί από εποχές που ούτε θυμόμαστε.
Και όλες έχουν έναν κοινό προορισμό: κάποια μέρα να χρειαστούν.
Μόνο που αυτή η μέρα σπανίως έρχεται για όλες.
Το εθνικό μας μουσείο βρίσκεται μέσα στα συρτάρια
Αν ανοίξεις ένα τυχαίο συρτάρι στο σπίτι σου, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να ανακαλύψεις έναν μικρό αρχαιολογικό θησαυρό.
Ένα φορτιστή από κινητό που έχει αποσυρθεί εδώ και οκτώ χρόνια. Τρία τηλεχειριστήρια, εκ των οποίων το ένα δεν ξέρεις τι ελέγχει. Μια βίδα που περίσσεψε από κάποιο έπιπλο και φυλάσσεται με την ελπίδα ότι μια μέρα θα θυμηθούμε πού ανήκει.
Και φυσικά, μπαταρίες. Πολλές μπαταρίες. Άδειες, γεμάτες, μισογεμάτες. Όλες μαζί, χωρίς διακρίσεις.
Κάπου εκεί βρίσκεται και το κουτί από μπισκότα.
Εκείνο το μεταλλικό κουτί που υπόσχεται βουτυρένιες λιχουδιές, αλλά στην πραγματικότητα περιέχει βελόνες, κλωστές και κουμπιά από ρούχα που πιθανότατα δεν υπάρχουν πια.
Αν υπάρχει μια κοινή παιδική απογοήτευση που μας ενώνει, είναι αυτή.
Γιατί όμως τα κρατάμε όλα;
Η απάντηση δεν είναι απαραίτητα ότι είμαστε ακατάστατοι. Ούτε ότι αγαπάμε υπερβολικά τα αντικείμενα.
Στην ψυχολογία υπάρχει η έννοια της αποστροφής της απώλειας: συχνά η πιθανότητα να χάσουμε κάτι μάς επηρεάζει περισσότερο από την προοπτική να αποκτήσουμε κάτι αντίστοιχης αξίας.
Στην καθημερινότητά μας αυτό μπορεί να μεταφράζεται πολύ απλά: «Κι αν το πετάξω και το χρειαστώ αύριο;».
Δεν μας απασχολεί τόσο η αξία του παλιού καλωδίου. Μας απασχολεί η πιθανότητα να το αναζητήσουμε κάποτε και να μην υπάρχει.
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη. Τα αντικείμενα αποκτούν συναισθηματική αξία.
Ένα βάζο μπορεί να μας θυμίζει τη γιαγιά μας. Ένα κουτί να συνδέεται με μια παλιά μετακόμιση. Μια σακούλα από κάποιο κατάστημα να κουβαλά την ανάμνηση ενός ταξιδιού.
Και ξαφνικά, δεν πετάμε απλώς ένα αντικείμενο. Νιώθουμε ότι αποχωριζόμαστε ένα μικρό κομμάτι της ιστορίας μας.
Το «θα χρειαστεί» είναι οικογενειακή κληρονομιά
Πολλοί μεγαλώσαμε σε σπίτια όπου τίποτα δεν πήγαινε χαμένο εύκολα.
Τα βάζα ξαναγέμιζαν. Τα κουτιά αποκτούσαν δεύτερη χρήση. Τα ρούχα επιδιορθώνονταν. Κάθε αντικείμενο είχε τουλάχιστον δύο ζωές, ακόμη κι αν η δεύτερη δεν είχε αποφασιστεί.
Για προηγούμενες γενιές, αυτή η συνήθεια είχε συχνά πρακτική και οικονομική σημασία. Η επαναχρησιμοποίηση δεν ήταν τάση. Ήταν τρόπος ζωής.
Και κάτι από αυτή τη νοοτροπία πέρασε και σε εμάς.
Βέβαια, υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στο «κρατάω κάτι χρήσιμο» και στο «διατηρώ ολόκληρη συλλογή από άγνωστους φορτιστές».
Το πρώτο είναι προνοητικότητα. Το δεύτερο ίσως χρειάζεται ένα μικρό ξεκαθάρισμα.
Η μεγάλη δικαίωση έρχεται μία φορά στα δεκαπέντε χρόνια
Και ύστερα συμβαίνει το θαύμα.
Κάποιος στο σπίτι αναζητά ένα συγκεκριμένο καλώδιο, ένα ανταλλακτικό κουμπί ή ένα λαστιχάκι σε εντελώς παράξενο μέγεθος.
Και τότε ακούγεται η φράση που περιμέναμε μια ζωή:
«ΠΕΡΙΜΕΝΕ! ΕΧΩ!»
Ανοίγουμε το συρτάρι, ανασύρουμε το αντικείμενο και το παραδίδουμε με το ύφος ανθρώπου που μόλις έσωσε μια ολόκληρη αποστολή.
Εκείνη τη στιγμή δεν έχει καμία σημασία ότι φυλάγαμε άλλα 147 άχρηστα πράγματα.
Έχουμε δικαιωθεί.
Και αυτή η μία νίκη αρκεί για να συνεχίσουμε να κρατάμε τα πάντα για άλλα δεκαπέντε χρόνια.
Ίσως, τελικά, το ζητούμενο δεν είναι να πετάξουμε όσα έχουμε μαζέψει. Είναι να ξεχωρίσουμε τι πραγματικά μας εξυπηρετεί, τι έχει συναισθηματική αξία και τι απλώς καταλαμβάνει χώρο.
Όσο για τη σακούλα με τις σακούλες;
Ας είμαστε ειλικρινείς. Μπορεί να μην έχουμε λύσει όλα μας τα προβλήματα, αλλά αν χρειαστεί επειγόντως μια σακούλα, είμαστε πανέτοιμοι.
Και αυτό, στην Ελλάδα, λέγεται οικογενειακός προγραμματισμός.



































