Που σημαίνει τέλος η λιμνούλα στην είσοδο, τέλος η μούσκεμα ομπρέλα δίπλα στο γραφείο και, κυρίως, τέλος εκείνο το υπέροχο πράγμα που την κλείνεις, την ακουμπάς πάνω σου για μισό δευτερόλεπτο και βρέχεσαι τελικά αφού έχεις μπει μέσα.
Γιατί αν είναι να φτάσουμε στεγνοί στον προορισμό μας και να μας αποτελειώσει η ίδια μας η ομπρέλα στο ασανσέρ, κάπου χάθηκε το νόημα.
Tip: Τη δική μου την πήρα από το Αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος — αν περάσεις από εκεί, ξέρεις τι να ψάξεις.

Οι μεγάλες οθόνες που χωράνε τη μισή σου ζωή
Μεγάλη, flat οθόνη υπολογιστή. Από εκείνα τα πράγματα που δεν καταλαβαίνεις πόσο τα χρειάζεσαι μέχρι να τα αποκτήσεις.
Mail αριστερά, Word δεξιά, browser ανοιχτός, Excel κάπου στη μέση και, για πρώτη φορά, δεν παίζεις όλη μέρα το παιχνίδι «πού πήγε τώρα αυτό το παράθυρο;».
Και μετά δοκιμάζεις να δουλέψεις από laptop και ξαφνικά όλα σου φαίνονται στριμωγμένα. Παράθυρα, αρχεία και νεύρα.
Δεν είναι υπερβολή. Είναι χώρος εργασίας. Και εγώ θέλω τα τετραγωνικά μου.

Η πρώτη ψύχρα είναι η καλύτερη είδηση του Σεπτέμβρη
Ερχεται εκείνο το πρώτο βράδυ που βγαίνεις έξω με κοντομάνικο από συνήθεια και κάπου μετά τις εννιά λες: «Κάτσε… έχει ψυχρούλα;»
Και ναι, έχει. Οχι τόσο ώστε να κρυώνεις πραγματικά, αλλά όσο χρειάζεται για να ψάξεις τη ζακέτα που έχεις πεταμένη στην καρέκλα από τον Μάιο.
Δεν με νοιάζει τι γράφει το ημερολόγιο, ούτε πόσους βαθμούς είχε το μεσημέρι.
Το φθινόπωρο ξεκινάει επίσημα την πρώτη φορά που λες «καλά που πήρα κάτι να ρίξω πάνω μου».

Δεν θέλω το ξενοδοχείο. Θέλω το κρεβάτι του.
Λευκά, καθαρά, “τραγανά” σεντόνια. Από αυτά που τα στρώνεις και ξαφνικά το υπνοδωμάτιο ανεβαίνει δύο κατηγορίες χωρίς να έχεις αλλάξει τίποτα άλλο.
Και μετά έρχεται η καλύτερη στιγμή: μπάνιο, καθαρές πιτζάμες και βουτιά σε φρεσκοστρωμένο κρεβάτι.
Δεν χρειάζομαι room service. Δεν χρειάζομαι minibar. Ούτε θέα στη θάλασσα.
Δώστε μου τα σεντόνια και το «μην ενοχλείτε» και θα τα βρούμε.


































