Υπάρχει ένα αντικείμενο πάνω στο τραπέζι που μπορεί να μετατρέψει μια απολύτως πολιτισμένη παρέα σε συνέλευση με αδιέξοδο.
Το τελευταίο κομμάτι φαγητού.
Μπορεί να είναι μια πατάτα τηγανητή, ένα κομμάτι πίτσα, η τελευταία τυροκροκέτα ή εκείνο το γλυκό που όλοι παρακολουθούν διακριτικά από την ώρα που εμφανίστηκε.
Κανείς δεν το αγγίζει.
Όχι επειδή δεν το θέλει. Αλλά επειδή υπάρχει ένας άγραφος κοινωνικός κανόνας: το τελευταίο κομμάτι δεν το παίρνεις. Σου το προσφέρουν.
Η τελευταία τυροκροκέτα της διχόνοιας
Και τότε αρχίζει η παράσταση.
«Πάρ’ το εσύ.»
«Όχι, καλέ, εσύ.»
«Εγώ έχω χορτάσει.»
«Ούτε εγώ μπορώ άλλο.»
Τέσσερις άνθρωποι που πριν από δέκα λεπτά έτρωγαν με ενθουσιασμό έχουν ξαφνικά χάσει την όρεξή τους.
Τι αξιοθαύμαστη σύμπτωση!
Το ενδιαφέρον είναι ότι κανείς δεν πιστεύει κανέναν. Όλοι γνωρίζουν πως το «δεν θέλω» είναι συχνά μια ευγενική διατύπωση του «το θέλω, αλλά δεν θέλω να φανώ λαίμαργος».
Κάποιος προτείνει να το μοιραστούν.
Και κάπως έτσι τέσσερις ενήλικες προσπαθούν να χωρίσουν μία τυροκροκέτα σε τέσσερα ίσα κομμάτια, λες και πρόκειται για οικογενειακή περιουσία.
Υπάρχει, βέβαια, και ο άνθρωπος της δράσης.
Εκείνος που, ύστερα από αρκετά λεπτά διαπραγμάτευσης, ανακοινώνει:
«Αφού δεν το θέλει κανείς, θα το φάω εγώ.»
Αυτή είναι η στιγμή της αλήθειας.
Τρία ζευγάρια μάτια παρακολουθούν την τελευταία μπουκιά να εξαφανίζεται.
Και κάπου μέσα τους ακούγεται μια μικρή φωνή.
«Μα εγώ το ήθελα!»
Στο επαγγελματικό τραπέζι η ευγένεια πάει σε άλλο επίπεδο
Το φαινόμενο αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν στο τραπέζι υπάρχουν άνθρωποι που δεν γνωρίζονται καλά.
Σε ένα οικογενειακό τραπέζι, κάποιος μπορεί να απλώσει το χέρι και να πάρει το τελευταίο κεφτεδάκι χωρίς ιδιαίτερες τύψεις.
Σε ένα επαγγελματικό γεύμα, όμως;
Εκεί τα πράγματα αλλάζουν.
Το τελευταίο κομμάτι παραμένει ανέγγιχτο, σαν διακοσμητικό στοιχείο της πιατέλας.
Κανείς δεν θέλει να είναι εκείνος που θα το πάρει μπροστά στον διευθυντή, στον πελάτη ή σε κάποιον που μόλις γνώρισε.
Γιατί όμως δυσκολευόμαστε τόσο να παραδεχτούμε μια απλή επιθυμία;
Ίσως επειδή από μικροί μαθαίνουμε να προσφέρουμε πρώτα στους άλλους. Να μη διεκδικούμε πάντα το καλύτερο κομμάτι. Να είμαστε διακριτικοί.
Και πολύ σωστά.
Μόνο που καμιά φορά η ευγένεια μετατρέπεται σε έναν μικρό διαγωνισμό αυτοθυσίας.
Μήπως τελικά το παρακάνουμε με τους καλούς τρόπους;
Το παράδοξο είναι ότι στο τέλος μπορεί να περισσέψει το φαγητό που όλοι ήθελαν.
Και δεν συμβαίνει μόνο στο φαγητό.
Είναι το τελευταίο κάθισμα που κανείς δεν παίρνει. Η καλύτερη θέση που όλοι προσφέρουν στους άλλους. Η τελευταία διαθέσιμη πρόσκληση για την οποία κανείς δεν θέλει να εκδηλώσει πρώτος ενδιαφέρον.
Μικρές καθημερινές στιγμές στις οποίες προσπαθούμε να είμαστε τόσο διακριτικοί, ώστε καταλήγουμε να μη λέμε αυτό που πραγματικά θέλουμε.
Υπάρχει, όμως, μια απλή λύση.
Να ρωτήσουμε ειλικρινά. Να απαντήσουμε εξίσου ειλικρινά. Και, αν το θέλουν δύο άνθρωποι, να το μοιραστούν.
Χωρίς δέκα γύρους διαπραγματεύσεων και δεκαπέντε διαβεβαιώσεις ότι όλοι έχουν χορτάσει.
Άλλωστε, η ευγένεια δεν χάνεται επειδή παραδεχόμαστε ότι θέλουμε την τελευταία μπουκιά.
Ούτε χρειάζεται να μετατρέπουμε κάθε μικρή επιθυμία σε δοκιμασία καλών τρόπων.
Και αν τελικά δεν μπορεί να μοιραστεί δίκαια, υπάρχει πάντα η λύση να παραγγείλουμε άλλη μία μερίδα.
Βέβαια, αυτό δημιουργεί ένα καινούργιο πρόβλημα.
Ποιος θα πάρει το τελευταίο κομμάτι από τη δεύτερη μερίδα;
Γιατί το να σκέφτεσαι τους άλλους είναι υπέροχο. Αλλά αν θέλεις την τελευταία τυροκροκέτα, μπορείς απλώς να το πεις. Δεν χρειάζεται να συνεδριάσει ο ΟΗΕ για να αποφασίσουμε ποιος θα τη φάει!



































