Δεν είναι πάντα θέμα οργάνωσης ή χρόνου. Μερικές φορές, το πρόβλημα είναι πόσες φορές αναγκάζεται το μυαλό μας να ξεκινήσει από την αρχή.
Είναι έξι το απόγευμα. Έχεις δουλέψει από το πρωί, έχεις σηκώσει τηλέφωνα, έχεις απαντήσει σε μηνύματα, έχεις ανοίξει δεκάδες αρχεία, έχεις μιλήσει με κόσμο και δεν έχεις σταματήσει ούτε λεπτό.
Κοιτάζεις τη λίστα με όσα είχες προγραμματίσει να κάνεις.
Και είναι σχεδόν ίδια με το πρωί.
Πώς γίνεται να είσαι τόσο κουρασμένος χωρίς να έχεις ολοκληρώσει σχεδόν τίποτα;
Καλώς ήρθες στον κόσμο του switching cost. Ένα φαινόμενο που εξηγεί γιατί το να κάνουμε πολλά πράγματα μέσα στην ημέρα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι προχωράμε και τις δουλειές μας.
Ο εγκέφαλός μας δεν έχει απεριόριστες καρτέλες
Φαντάσου το εξής.
Κάθεσαι να γράψεις ένα σημαντικό email. Έχεις σκεφτεί τι θέλεις να πεις, έχεις βρει τον σωστό τόνο και είσαι έτοιμος να πατήσεις τα πλήκτρα.
Χτυπάει το τηλέφωνο.
Απαντάς. Κλείνεις. Επιστρέφεις στο email.
Πού είχαμε μείνει;
Βρίσκεις την άκρη. Έρχεται ένα μήνυμα.
«Μια γρήγορη ερώτηση».
Απαντάς. Ξαναγυρίζεις.
Τώρα τι ήθελα να γράψω;
Μέχρι να ολοκληρώσεις ένα email που κανονικά θα χρειαζόταν δέκα λεπτά, έχει περάσει μισή ώρα. Και το χειρότερο; Έχεις την αίσθηση ότι όλο αυτό το διάστημα δούλευες ασταμάτητα.
Που, για να είμαστε δίκαιοι, δούλευες.
Απλώς το μυαλό σου άλλαζε συνεχώς κατεύθυνση.
Η επιστήμη πίσω από το «πού είχα μείνει;»
Στην ψυχολογία, ο όρος switching cost περιγράφει το κόστος σε χρόνο και νοητική προσπάθεια όταν περνάμε από μια εργασία σε άλλη.
Σε έρευνα που δημοσιεύθηκε το 2001 στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Experimental Psychology: Human Perception and Performance, οι Joshua Rubinstein, David Meyer και Jeffrey Evans διαπίστωσαν ότι οι συμμετέχοντες χρειάζονταν επιπλέον χρόνο κάθε φορά που άλλαζαν εργασία.
Μάλιστα, όσο πιο σύνθετες ή λιγότερο οικείες ήταν οι εργασίες, τόσο μεγαλύτερη μπορούσε να είναι η καθυστέρηση.
Με απλά λόγια, ο εγκέφαλος δεν πατάει ένα μαγικό κουμπί και μεταφέρεται ακαριαία από το ένα θέμα στο άλλο.
Πρέπει να θυμηθεί τι έκανε, τι πρόκειται να κάνει και ποιους κανόνες χρειάζεται να ακολουθήσει.
Κι αυτή η διαδικασία, όταν επαναλαμβάνεται πολλές φορές, μας κοστίζει.
Και ένα κομμάτι του μυαλού μας μένει πίσω
Υπάρχει και κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον.
Η ερευνήτρια Sophie Leroy έχει μελετήσει το φαινόμενο attention residue, δηλαδή το «υπόλειμμα προσοχής».
Τι σημαίνει αυτό;
Ότι όταν αφήνουμε μια δουλειά στη μέση για να ξεκινήσουμε κάποια άλλη, ένα μέρος της προσοχής μας μπορεί να παραμένει σε όσα δεν ολοκληρώσαμε.
Έτσι, ενώ ασχολούμαστε με το καινούργιο, σκεφτόμαστε ακόμη το προηγούμενο.
Σαν να έχουμε φύγει από ένα δωμάτιο, αλλά να έχουμε αφήσει εκεί τη μισή μας σκέψη.
Μήπως μπερδέψαμε την κίνηση με την πρόοδο;
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη παγίδα.
Έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε παραγωγική μια ημέρα γεμάτη δραστηριότητα.
Όσο περισσότερα κάνουμε ταυτόχρονα, τόσο πιο αποτελεσματικοί αισθανόμαστε.
Μόνο που το να είσαι διαρκώς απασχολημένος δεν είναι το ίδιο με το να ολοκληρώνεις όσα έχουν σημασία.
Και φυσικά, δεν μπορούμε να εξαφανίσουμε όλες τις διακοπές. Υπάρχουν παιδιά, δουλειές, πελάτες, υποχρεώσεις και πραγματικά επείγοντα.
Μπορούμε όμως να δοκιμάσουμε κάτι απλό: να δώσουμε σε μία σημαντική εργασία λίγο χρόνο χωρίς συνεχείς παρεμβολές.
Να απαντήσουμε στα μη επείγοντα μηνύματα λίγο αργότερα. Να ολοκληρώσουμε μια σκέψη πριν ανοίξουμε την επόμενη καρτέλα.
Όχι για να γίνουμε μηχανές παραγωγικότητας.
Αλλά για να μη φτάνουμε κάθε βράδυ εξαντλημένοι, αναρωτώμενοι πού πήγε ολόκληρη η ημέρα.
Γιατί τελικά, ίσως το πρόβλημα να μην είναι ότι έχουμε πολλά να κάνουμε.
Ίσως είναι ότι δεν μας αφήνουμε ποτέ να τελειώσουμε τίποτα!



































