Υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων. Εκείνοι που διαβάζουν τις οδηγίες χρήσης και όλοι εμείς οι υπόλοιποι, που πιστεύουμε ότι γεννηθήκαμε γνωρίζοντας πώς συναρμολογείται ένα έπιπλο, πώς λειτουργεί μια καινούργια συσκευή και τι ακριβώς κάνει εκείνο το μυστηριώδες κουμπί.
Αγοράζουμε κάτι καινούργιο. Ανοίγουμε το κουτί, βγάζουμε τα εξαρτήματα και ανακαλύπτουμε ένα βιβλιαράκι με οδηγίες.
Το κοιτάζουμε με μια ελαφριά περιφρόνηση.
«Έλα μωρέ, πόσο δύσκολο μπορεί να είναι;»
Αυτή η φράση έχει προηγηθεί από αμέτρητες μικρές οικογενειακές τραγωδίες.
Ράφια που γέρνουν ανεπαίσθητα. Καφετιέρες που αναβοσβήνουν σαν χριστουγεννιάτικα δέντρα. Τηλεχειριστήρια που ξαφνικά μιλούν γερμανικά.
Και φυσικά, η κορυφαία στιγμή κάθε συναρμολόγησης:
«Αυτό το εξάρτημα πού μπαίνει;»
«Πουθενά. Έξτρα είναι.»
Έξτρα!
Ο κατασκευαστής αποφάσισε να μας χαρίσει τρεις βίδες για να τις κάνουμε συλλογή.
Το εντυπωσιακό, βέβαια, δεν είναι ότι κάνουμε λάθη. Είναι η αυτοπεποίθηση με την οποία τα κάνουμε.
Μπροστά σε ένα αντικείμενο που βλέπουμε για πρώτη φορά, είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι θα καταλάβουμε πώς λειτουργεί. Θα πατήσουμε μερικά κουμπιά, θα δοκιμάσουμε δύο συνδυασμούς, θα εφαρμόσουμε την επιστημονική μέθοδο «ό,τι γίνει» και κάπως θα τα καταφέρουμε.
Κι αν κάποιος τολμήσει να προτείνει να διαβάσουμε τις οδηγίες, τον αντιμετωπίζουμε περίπου σαν να αμφισβήτησε το πτυχίο μας.
«Καλά, περίμενε, θα το βρω!»
Και συνεχίζουμε να πατάμε το ίδιο κουμπί, περιμένοντας διαφορετικό αποτέλεσμα.
Μόνο όταν όλα αποτύχουν αποφασίζουμε να συμβουλευτούμε τις οδηγίες.
Τις οποίες, φυσικά, έχουμε ήδη πετάξει μαζί με τη συσκευασία.
Και κάπως έτσι περνάμε από το «το έχω» στο «πώς κάνω επαναφορά εργοστασιακών ρυθμίσεων;».
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η συμπεριφορά δεν περιορίζεται στις ηλεκτρικές συσκευές.
Το ίδιο κάνουμε με ένα καινούργιο πρόγραμμα στον υπολογιστή, ένα έπιπλο που χρειάζεται συναρμολόγηση ή μια εφαρμογή που μόλις εγκαταστήσαμε.
Πειραματιζόμαστε, πατάμε, δοκιμάζουμε και, όταν κάτι πάει στραβά, συνήθως καταλήγουμε στην ίδια διαπίστωση:
«Δεν τα φτιάχνουν όπως παλιά!»
Γιατί να φταίει η δική μας ανυπομονησία, όταν μπορούμε να κατηγορήσουμε ολόκληρη τη βιομηχανία;
Γιατί, όμως, συμβαίνει αυτό;
Ίσως επειδή έχουμε μάθει να θεωρούμε ότι το να ζητάμε καθοδήγηση είναι μια μικρή προσωπική ήττα. Ίσως επειδή βιαζόμαστε. Ή επειδή έχουμε πειστεί ότι, εφόσον είμαστε αρκετά έξυπνοι, οφείλουμε να καταλαβαίνουμε τα πάντα με την πρώτη.
Μόνο που η εξυπνάδα δεν μετριέται από το πόσο γρήγορα αγνοείς τις οδηγίες.
Και το να γνωρίζεις πότε χρειάζεσαι βοήθεια είναι μάλλον πιο χρήσιμη ικανότητα από το να προσποιείσαι ότι δεν τη χρειάζεσαι ποτέ.
Προσωπικά, έχω αρχίσει να θαυμάζω τους ανθρώπους που ανοίγουν πρώτα το βιβλιαράκι. Που απλώνουν τα εξαρτήματα στο τραπέζι, διαβάζουν προσεκτικά και προχωρούν βήμα βήμα.
Δεν κάνουν επίδειξη εξυπνάδας. Απλώς θέλουν να τελειώσουν τη δουλειά σωστά.
Και συνήθως τελειώνουν.
Ενώ εμείς εξακολουθούμε να κοιτάζουμε μια βίδα, προσπαθώντας να αποφασίσουμε αν είναι σημαντική για τη στατικότητα της βιβλιοθήκης.
Οπότε, την επόμενη φορά που θα ανοίξουμε ένα καινούργιο κουτί, ας κάνουμε κάτι πραγματικά επαναστατικό.
Ας διαβάσουμε πρώτα τις οδηγίες.
Όχι απαραίτητα από την αρχή μέχρι το τέλος. Έστω τα βασικά.
Μπορεί να γλιτώσουμε χρόνο, εκνευρισμό και εκείνη τη δυσάρεστη στιγμή που συνειδητοποιούμε ότι πρέπει να αποσυναρμολογήσουμε ό,τι μόλις φτιάξαμε.
Και κυρίως, ας σταματήσουμε να θεωρούμε ότι κάθε οδηγία είναι μια προσβολή προς την ευφυΐα μας.
Κανείς δεν μας εξετάζει. Κανείς δεν βαθμολογεί πόσο γρήγορα συναρμολογήσαμε τη βιβλιοθήκη.
Το μόνο που θέλουμε είναι να μη μας πέσει στο κεφάλι.
Γιατί το «το έχω» είναι μια υπέροχη δήλωση αυτοπεποίθησης. Αρκεί να μην καταλήξει να σημαίνει «έχω τρεις βίδες στο χέρι και μια βιβλιοθήκη που τρέμει».



































