Gamification: Μήπως η ζωή σου έγινε ένα παιχνίδι που δεν θυμάσαι γιατί ξεκίνησες να παίζεις;

Υπάρχουν άνθρωποι που μετράνε τα βήματά τους. Άλλοι μετράνε τις θερμίδες τους. Άλλοι τα λεπτά που διαλογίζονται, τα βιβλία που διάβασαν μέσα στη χρονιά, τις μέρες που δεν έφαγαν ζάχαρη, τα χιλιόμετρα που έτρεξαν, τα μαθήματα που ολοκλήρωσαν, τα likes που πήραν, τα streaks που διατήρησαν.

Και κάπου εδώ γεννιέται μια ενδιαφέρουσα ερώτηση:

Πότε ακριβώς σταματήσαμε να ζούμε και αρχίσαμε να κρατάμε σκορ;

Ζούμε σε μια εποχή που τα πάντα μπορούν να μετρηθούν. Το κινητό μας ξέρει πόσα βήματα κάναμε, πόσες ώρες κοιμηθήκαμε, πόσο γρήγορα τρέξαμε, πόσο παραγωγικοί ήμασταν, ακόμα και πόσες συνεχόμενες ημέρες θυμηθήκαμε να ανοίξουμε μια εφαρμογή.

Και η αλήθεια είναι ότι αυτό δεν είναι πάντα κακό.

Το πρόβλημα ξεκινά όταν ξεχνάμε γιατί κάναμε κάτι εξαρχής.

Από το παιχνίδι στην καθημερινότητα

Αν πριν από είκοσι χρόνια κάποιος σου έλεγε ότι μια μέρα θα κέρδιζες «μετάλλια» επειδή περπάτησες αρκετά βήματα, θα διατηρούσες ένα «streak» επειδή έκανες μάθημα ισπανικών ή θα ένιωθες ενοχές επειδή έχασες έναν εικονικό στόχο σε μια εφαρμογή διαλογισμού, πιθανότατα θα γελούσες. Κι όμως, αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα.

Οι ειδικοί ονομάζουν το φαινόμενο gamification. Πρόκειται για τη χρήση στοιχείων που συναντάμε στα παιχνίδια — πόντων, επιπέδων, badges, κατατάξεων, επιβραβεύσεων και προκλήσεων — σε δραστηριότητες που κανονικά δεν έχουν καμία σχέση με το παιχνίδι. Ο στόχος είναι απλός: να κάνουν τους ανθρώπους να συμμετέχουν περισσότερο, να επιστρέφουν συχνότερα και να παραμένουν πιο αφοσιωμένοι σε μια δραστηριότητα ή μια υπηρεσία.

Οι εταιρείες το λατρεύουν γιατί λειτουργεί. Όταν μια εφαρμογή σου δίνει έναν πόντο, ένα badge ή ένα μικρό ψηφιακό βραβείο, ενεργοποιείται στον εγκέφαλό σου το ίδιο σύστημα ανταμοιβής που ενεργοποιείται όταν κερδίζεις σε ένα παιχνίδι. Δεν είναι τυχαίο ότι εφαρμογές όπως το Duolingo, το Strava, το Nike Run Club ή ακόμη και πολλές τραπεζικές εφαρμογές χρησιμοποιούν παρόμοιες τεχνικές. Οι χρήστες επιστρέφουν πιο συχνά, αφιερώνουν περισσότερο χρόνο και αναπτύσσουν μια αίσθηση προόδου που τους κρατά συνδεδεμένους.

Το gamification δεν περιορίζεται στις εφαρμογές. Βρίσκεται στα προγράμματα επιβράβευσης αεροπορικών εταιρειών, στις κάρτες πόντων των σούπερ μάρκετ, στις εταιρικές αξιολογήσεις εργαζομένων και στα social media. Τα likes, τα views και οι followers λειτουργούν ως μια μορφή ψηφιακού σκορ. Κάθε ειδοποίηση είναι ένα μικρό «μπράβο» που μας ενθαρρύνει να επιστρέψουμε ξανά και ξανά.

Το πρόβλημα είναι ότι το gamification σχεδιάστηκε για να αλλάζει συμπεριφορές. Και όταν κάτι είναι αρκετά αποτελεσματικό ώστε να αλλάζει τη συμπεριφορά μας, αξίζει να αναρωτηθούμε ποιος καθορίζει τους κανόνες του παιχνιδιού και προς όφελος ποιου παίζεται τελικά.

Η εποχή που όλα έγιναν μετρήσιμα

Πριν από μερικές δεκαετίες, ένας άνθρωπος μπορούσε να πάει για περπάτημα απλώς επειδή του άρεσε. Να διαβάσει ένα βιβλίο επειδή τον συνεπήρε η ιστορία του. Να μάθει μια ξένη γλώσσα επειδή ονειρευόταν να ταξιδέψει ή να επικοινωνήσει με ανθρώπους από άλλες χώρες.

Σήμερα, σχεδόν κάθε δραστηριότητα συνοδεύεται από μια εφαρμογή που καταγράφει την πρόοδο. Το κινητό γνωρίζει πόσα βήματα κάναμε. Το smartwatch ξέρει πόσες ώρες κοιμηθήκαμε. Οι πλατφόρμες εκμάθησης γλωσσών μας ανταμείβουν με πόντους και streaks. Οι εφαρμογές γυμναστικής μάς δίνουν εικονικά μετάλλια. Ακόμη και ο διαλογισμός, που υποτίθεται ότι αφορά την αποσύνδεση από την πίεση της καθημερινότητας, πολλές φορές συνοδεύεται από στόχους και στατιστικά.

Η λογική πίσω από όλα αυτά είναι απλή. Οι άνθρωποι αγαπούν τα παιχνίδια και αγαπούν τις επιβραβεύσεις. Όταν μια δραστηριότητα αποκτά στοιχεία παιχνιδιού, είναι πιο πιθανό να την επαναλάβουμε. Οι ειδικοί το ονομάζουν gamification. Οι περισσότεροι από εμάς το γνωρίζουμε απλώς ως εκείνο το μικρό αίσθημα ικανοποίησης όταν μια εφαρμογή μάς συγχαίρει για ένα ακόμη επίτευγμα.

Το πρόβλημα είναι ότι η γραμμή ανάμεσα στο κίνητρο και την εμμονή είναι συχνά πιο λεπτή απ’ όσο φανταζόμαστε.

Όταν οι αριθμοί αρχίζουν να έχουν μεγαλύτερη σημασία από την εμπειρία

Σκέψου κάποιον που ξεκινά να τρέχει επειδή θέλει να καθαρίζει το μυαλό του μετά από μια δύσκολη ημέρα. Στην αρχή απολαμβάνει τη διαδρομή, τον καθαρό αέρα, τη σωματική εκτόνωση. Έπειτα αγοράζει ένα fitness tracker. Μετά κατεβάζει μια εφαρμογή καταγραφής διαδρομών. Ξεκινά να παρακολουθεί τους χρόνους του, την ταχύτητα, τους παλμούς, τις θερμίδες. Και ξαφνικά, χωρίς να το καταλάβει, δεν τρέχει πλέον για να νιώσει καλύτερα. Τρέχει για να βελτιώσει τους αριθμούς.

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει παντού γύρω μας. Άνθρωποι ανοίγουν μια εφαρμογή εκμάθησης γλωσσών όχι επειδή έχουν χρόνο ή διάθεση να μάθουν κάτι νέο, αλλά επειδή δεν θέλουν να χάσουν το streak των 200 ημερών. Άλλοι δημοσιεύουν περιεχόμενο στα social media όχι επειδή έχουν κάτι να πουν, αλλά επειδή νιώθουν την ανάγκη να διατηρήσουν την παρουσία τους. Ακόμη και η γυμναστική μπορεί να μετατραπεί από μια πράξη φροντίδας του εαυτού σε μια αδιάκοπη αναζήτηση καλύτερων στατιστικών.

Και κάπου εκεί συμβαίνει κάτι παράξενο. Η δραστηριότητα παραμένει η ίδια, αλλά ο λόγος που την κάνουμε έχει αλλάξει εντελώς.

Η παγίδα της συνεχούς βελτιστοποίησης

Η εποχή μας έχει εμμονή με τη βελτίωση. Δεν αρκεί να είμαστε καλοί. Πρέπει να γινόμαστε συνεχώς καλύτεροι. Πιο γρήγοροι, πιο αποδοτικοί, πιο οργανωμένοι, πιο παραγωγικοί. Παντού υπάρχουν συμβουλές για το πώς να αξιοποιήσουμε καλύτερα τον χρόνο μας, πώς να αυξήσουμε την απόδοσή μας, πώς να πετύχουμε περισσότερα σε λιγότερο χρόνο.

Η αυτοβελτίωση από μόνη της δεν είναι κάτι αρνητικό. Αντιθέτως, η επιθυμία να εξελισσόμαστε είναι βαθιά ανθρώπινη. Όμως τα τελευταία χρόνια φαίνεται πως έχουμε αρχίσει να αντιμετωπίζουμε κάθε πλευρά της ζωής σαν ένα project που πρέπει να βελτιστοποιηθεί.

Ακόμη και τα χόμπι μας μετατρέπονται σε στόχους. Οι βόλτες γίνονται βήματα. Η ανάγνωση γίνεται challenge. Η χαλάρωση γίνεται τεχνική παραγωγικότητας. Ο ελεύθερος χρόνος μετατρέπεται σε κάτι που πρέπει να αξιοποιηθεί «σωστά».

Και τότε προκύπτει ένα παράδοξο: ενώ έχουμε περισσότερα εργαλεία από ποτέ για να βελτιώσουμε τη ζωή μας, πολλοί άνθρωποι νιώθουν περισσότερο αγχωμένοι, περισσότερο εξαντλημένοι και λιγότερο ικανοποιημένοι.

Ίσως γιατί ακόμη και η ξεκούραση άρχισε να μοιάζει με υποχρέωση.

Δεν μπορούν όλα να χωρέσουν σε έναν πίνακα αποτελεσμάτων

Υπάρχει μια διάσημη φράση που αποδίδεται στον κοινωνιολόγο William Bruce Cameron: «Δεν μετράει ό,τι μπορεί να μετρηθεί και δεν μπορεί να μετρηθεί ό,τι πραγματικά μετράει».

Όσο περισσότερο το σκέφτεται κανείς, τόσο πιο αληθινή μοιάζει.

Πώς μετριέται μια όμορφη συζήτηση με έναν φίλο; Πώς καταγράφεται το συναίσθημα που σου αφήνει ένα βιβλίο; Με ποια μονάδα υπολογίζεται η χαρά ενός παιδιού όταν παίζει στην παραλία; Πόσους πόντους αξίζει ένα βράδυ γέλιου γύρω από ένα τραπέζι;

Οι σημαντικότερες εμπειρίες της ζωής δεν παράγουν στατιστικά. Δεν εμφανίζονται σε dashboards. Δεν μετατρέπονται σε γραφήματα.

Κι όμως, είναι αυτές που θυμόμαστε περισσότερο.

Κανείς δεν κοιτάζει πίσω στη ζωή του και συγκινείται επειδή μια μέρα περπάτησε 10.432 βήματα αντί για 9.800. Θυμάται όμως τη βόλτα που έκανε με έναν άνθρωπο που αγαπούσε. Δεν θυμάται πόσα λεπτά διήρκεσε ένα ηλιοβασίλεμα. Θυμάται πώς ένιωσε όταν το παρακολούθησε.

Η ζωή έχει μια ιδιότητα που συχνά ξεχνάμε: τα πιο σημαντικά της κομμάτια δεν είναι ποσοτικά. Είναι ποιοτικά.

Ίσως ήρθε η ώρα να θυμηθούμε γιατί ξεκινήσαμε

Δεν χρειάζεται να διαγράψουμε τις εφαρμογές μας ούτε να πετάξουμε τα smartwatches. Τα εργαλεία δεν είναι ο εχθρός. Οι στόχοι δεν είναι κακοί. Οι αριθμοί μπορούν να βοηθήσουν, να καθοδηγήσουν και να δώσουν κίνητρο.

Το πρόβλημα ξεκινά όταν οι αριθμοί γίνονται σημαντικότεροι από την εμπειρία που υποτίθεται ότι μετρούν.

Ίσως λοιπόν αξίζει, πού και πού, να κάνουμε ένα μικρό βήμα πίσω. Να θυμηθούμε γιατί αρχίσαμε να τρέχουμε, να διαβάζουμε, να μαθαίνουμε, να δημιουργούμε ή να μοιραζόμαστε στιγμές με άλλους ανθρώπους. Να αναρωτηθούμε αν εξακολουθούμε να απολαμβάνουμε τη διαδικασία ή αν κυνηγάμε απλώς το επόμενο badge, το επόμενο streak, τον επόμενο στόχο.

Γιατί η ζωή δεν είναι βιντεοπαιχνίδι. Δεν έχει πίνακα κατάταξης στο τέλος. Δεν απονέμει χρυσά μετάλλια σε όσους συγκέντρωσαν τους περισσότερους πόντους.

Και ίσως η μεγαλύτερη νίκη που μπορεί να πετύχει κανείς σήμερα είναι να σταματήσει για λίγο να κοιτάζει το σκορ και να επιστρέψει στο παιχνίδι για τον λόγο που το αγάπησε εξαρχής. Για τη χαρά της διαδρομής. Για την εμπειρία. Για τη ζωή την ίδια.