Παρακοινωνική σχέση: Γιατί πονάμε για ανθρώπους που δεν γνωρίσαμε ποτέ;

Δεν ήσασταν φίλοι, δεν είχατε μιλήσει ποτέ, δεν τον είχες πάρει τηλέφωνο ούτε είχατε πιει έναν καφέ μαζί. Δεν ήξερε πού μένεις, πώς σε λένε, τι δουλειά κάνεις — πιθανότατα δεν ήξερε καν ότι υπάρχεις. Κι όμως, όταν ένας αγαπημένος καλλιτέχνης φεύγει ξαφνικά, μπορεί να νιώσεις την απώλειά του σχεδόν σαν να έχασες κάποιον που γνώριζες. Γιατί;

Κι όμως, όταν ακούς ότι πέθανε, παγώνεις.

Θυμάσαι ακριβώς πού ήσουν όταν έμαθες για τον Παντελή Παντελίδη ή τον Mad Clip και πολύ πιθανό ο Γιώργος μζωνάκης μόλι ςπροστέθηκε στη λίστα των αναμνήσεων σου. Θυμάσαι ένα τραγούδι, ένα βράδυ, ένα αυτοκίνητο, μια παρέα. Και ξαφνικά ένας άνθρωπος που ήταν αντικειμενικά ξένος μοιάζει παράξενα δικός σου.

Την ίδια ημέρα μπορεί να έχεις διαβάσει για δυστυχήματα, πολέμους, παιδιά που χάθηκαν, ανθρώπους που πέθαναν λίγα τετράγωνα μακριά σου. Λυπήθηκες. Ίσως θύμωσες. Μετά έκλεισες την είδηση και συνέχισες.

Γιατί λοιπόν ένας άγνωστος διάσημος μπορεί να μας στοιχειώσει περισσότερο από χιλιάδες άγνωστους ανθρώπους;

Ο εγκέφαλος δεν ζητάει γνωριμία. Ζητάει οικειότητα.

Υπάρχει ένας όρος στην ψυχολογία: παρακοινωνική σχέση.

Είναι η μονόπλευρη σχέση που δημιουργούμε με ανθρώπους που βλέπουμε ξανά και ξανά χωρίς να μας γνωρίζουν. Τραγουδιστές, ηθοποιούς, παρουσιαστές, αθλητές, ακόμη και ανθρώπους που ακολουθούμε καθημερινά στα social media.

Εσύ ξέρεις τη φωνή τους. Το πρόσωπό τους. Τις ιστορίες τους. Τους έχεις δει χαρούμενους, ερωτευμένους, θυμωμένους, να αποτυγχάνουν, να επιστρέφουν.

Εκείνοι δεν ξέρουν τίποτα για σένα.

Μόνο που το συναίσθημα δεν τσεκάρει αν η σχέση ήταν αμοιβαία.

Η οικειότητα έχει ήδη δημιουργηθεί.

Γι’ αυτό και όταν αυτός ο άνθρωπος πεθαίνει, δεν χάνεται απλώς «ένας διάσημος». Εξαφανίζεται μια γνώριμη παρουσία από τον δικό σου κόσμο.

Δεν πενθείς μόνο εκείνον. Πενθείς και λίγο εσένα.

Εδώ γίνεται ακόμη πιο περίεργο.

Οι διάσημοι άνθρωποι συχνά λειτουργούν σαν καρφίτσες πάνω στον χάρτη της ζωής μας.

Ένα τραγούδι μπορεί να είναι το πρώτο σου αυτοκίνητο. Μια συναυλία, το καλοκαίρι που ήσουν 22. Μια ταινία, ο άνθρωπος με τον οποίο την είδες. Μια φωνή στην τηλεόραση, τα κυριακάτικα μεσημέρια στο σπίτι των γονιών σου.

Και όταν πεθαίνει ο άνθρωπος που συνδέθηκε με εκείνη την εποχή, κάτι τελειώνει μαζί του.

Γι’ αυτό ανοίγεις ξαφνικά Spotify και ακούς τραγούδια που είχες χρόνια να βάλεις.

Δεν αποχαιρετάς μόνο εκείνον.

Ξανασυναντάς εσένα τότε.

Και αυτό πονάει με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο.

Ένας άνθρωπος έχει πρόσωπο. Οι χιλιάδες γίνονται αριθμός.

Υπάρχει και μια λιγότερο κολακευτική αλήθεια για τον τρόπο που λειτουργούμε.

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος δυσκολεύεται τρομερά να αισθανθεί τη στατιστική.

«Χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους» είναι μια τεράστια τραγωδία, αλλά είναι αφηρημένη.

Ένα όνομα, ένα πρόσωπο και μια ιστορία είναι συγκεκριμένα.

Δεν σημαίνει ότι θεωρούμε τη ζωή ενός διάσημου σημαντικότερη από τη ζωή ενός άγνωστου ανθρώπου ή ενός παιδιού. Σημαίνει ότι το συναίσθημά μας δεν λειτουργεί σαν ζυγαριά δικαιοσύνης.

Λειτουργεί με εικόνες, ιστορίες, αναμνήσεις και δεσμούς.

Και υπάρχει κάτι ακόμη.

Όταν πεθαίνει ξαφνικά ένας άνθρωπος που μέχρι χθες βλέπαμε να τραγουδά, να γελά, να κάνει σχέδια, η ψευδαίσθηση ότι «έχουμε χρόνο» τρώει ένα γερό χαστούκι.

Για λίγα δευτερόλεπτα δεν σκεφτόμαστε μόνο:

«Πέθανε».

Σκεφτόμαστε, έστω και χωρίς να το παραδεχόμαστε:

«Άρα μπορεί να συμβεί και σε μένα».

Και κάπως έτσι εξηγείται γιατί μπορεί να πενθήσεις έναν άνθρωπο που δεν γνώρισες ποτέ.

Δεν χρειάζεται να απολογηθείς γι’ αυτό. Ούτε σημαίνει ότι δεν σε νοιάζουν οι υπόλοιποι άνθρωποι που χάνονται καθημερινά.

Γιατί τελικά δεν μετράμε πάντα πόσο κοντά βρεθήκαμε πραγματικά με κάποιον.

Μερικές φορές μετράμε πόσο χώρο είχε ήδη καταλάβει μέσα στη ζωή μας χωρίς καν να το ξέρει.