Βενζίνη βάλαμε ή σαμπάνια;

Πότε ακριβώς μια απλή διαδρομή άρχισε να χρειάζεται οικονομικό προγραμματισμό;

Πήγα τις προάλλες να βάλω βενζίνη.

«Πενήντα ευρώ», είπα.

Γιατί το «πενήντα ευρώ» ήταν πάντα μια αξιοπρεπής απάντηση. Δεν γέμιζες απαραίτητα, αλλά έφευγες από το βενζινάδικο με μια σχετική αυτοπεποίθηση. Είχες βάλει βενζίνη. Είχες κάνει τη δουλειά σου.

Τώρα λες «πενήντα ευρώ», τελειώνει η αντλία, βάζεις μπροστά, κοιτάς τον δείκτη και περιμένεις κάπως… μεγαλύτερη ευγνωμοσύνη από το αυτοκίνητο.

Τίποτα.

Σαν να του έβαλες ένα εικοσάρικο για χαρτζιλίκι. Δεν είμαι καν σίγουρη αν το αυτοκίνητο κατάλαβε ότι πέρασα από το βενζινάδικο.

Και όχι, δεν είναι η ιδέα μου. Η μέση πανελλαδική τιμή της απλής αμόλυβδης έχει φτάσει τα 2,188 ευρώ το λίτρο, ενώ στις Κυκλάδες ο μέσος όρος άγγιξε τα 2,398 ευρώ. Στον Πειραιά, τα σημερινά στοιχεία του Παρατηρητηρίου Τιμών δείχνουν μέση τιμή 2,189 ευρώ, με τιμές που φτάνουν έως και τα 2,45 ευρώ.

Με απλά μαθηματικά, λοιπόν, τα 50 ευρώ αντιστοιχούν πλέον σε περίπου 23 λίτρα.

Εντάξει. Απλά την στρουμφίσαμε!

Το «πάμε μια βόλτα;» απέκτησε δεύτερη σκέψη

Κι εδώ είναι που η ιστορία παύει να αφορά μόνο την τιμή στην ταμπέλα του βενζινάδικου.

Γιατί η βενζίνη είναι από εκείνα τα έξοδα που δεν μένουν σε μια απόδειξη. Μπαίνουν σιγά σιγά στον τρόπο που οργανώνεις την καθημερινότητά σου.

«Θα πάρουμε ένα αυτοκίνητο ή δύο;»

«Αφού θα κατέβεις εσύ προς τα εκεί, πάρε και αυτό.»

«Μήπως να τα κάνουμε όλα μαζί;»

«Πού έχει φθηνότερη βενζίνη;»

Έχουμε γίνει μικρά logistics departments μέσα στο ίδιο μας το σπίτι.

Και ξαφνικά μια Κυριακάτικη βόλτα λίγο πιο μακριά δεν είναι απλώς «πάμε;». Είναι βενζίνη, διόδια, καφέδες, φαγητό και μια πρόχειρη νοερή πρόσθεση πριν καν βάλεις μπρος.

Δεν σημαίνει ότι σταματάς να ζεις.

Σημαίνει όμως ότι σκέφτεσαι πράγματα που παλιότερα δεν χρειαζόταν να σκεφτείς τόσο.

Το 50άρικο δεν είναι πια αυτό που ήταν

Νομίζω ότι εκεί καταλαβαίνουμε περισσότερο την ακρίβεια.

Όχι πάντα στα μεγάλα οικονομικά στοιχεία.

Στα ποσά που έχουμε αποθηκευμένα στο κεφάλι μας.

Ξέρεις, αυτά τα «με 20 ευρώ παίρνω αυτό», «με 50 κάνω εκείνο», «τόσο περίπου κοστίζει».

Και ξαφνικά ανακαλύπτεις ότι οι παλιοί σου υπολογισμοί έχουν λήξει.

Το πενηντάρικο στο βενζινάδικο είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα.

Με μέση τιμή 2,188 ευρώ, ένα ρεζερβουάρ 50 λίτρων χρειάζεται σχεδόν 110 ευρώ για να γεμίσει από άδειο.

Εκατόν δέκα.

Για να γεμίσεις το αυτοκίνητο.

Δεν παίρνεις και το αυτοκίνητο μαζί.

Και τώρα πού πάμε;

Το πιο ύπουλο με όλα αυτά είναι πόσο γρήγορα συνηθίζουμε τις νέες τιμές.

Στην αρχή λες «ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ».

Μετά λες «2,12; Καλά είναι εδώ».

Και κάπου εκεί καταλαβαίνεις ότι κάτι έχει πάει πολύ στραβά, γιατί πανηγυρίζεις που βρήκες βενζίνη μόνο λίγο πάνω από τα δύο ευρώ.

Φυσικά θα συνεχίσουμε να πηγαίνουμε στη δουλειά, να πηγαινοφέρνουμε παιδιά, να κάνουμε τις δουλειές μας και να παίρνουμε το αυτοκίνητο για μια βόλτα.

Αλλά εκείνο το ανέμελο «μπες μέσα και πάμε» έχει αποκτήσει έναν μικρό αστερίσκο.

Γιατί σε λίγο δεν θα ρωτάμε:

«Πάμε μια βόλτα;»

Θα ρωτάμε:

«Μας παίρνει να πάμε μια βόλτα;»

Και κάπου εκεί, συγγνώμη κιόλας, αλλά θα το ξαναπώ:

Βενζίνη βάλαμε. Όχι σαμπάνια.