Τις προάλλες ρώτησα κάποιον κάτι στη δουλειά.
Περίμενα το κλασικό: μια γρήγορη απάντηση, ένα «νομίζω», ένα «κάπου το είχα δει», ίσως και λίγη αυτοπεποίθηση παραπάνω από όση δικαιολογούσαν τα δεδομένα.
Αντί γι’ αυτό, μου είπε απλά:
«Δεν ξέρω. Να το ψάξω και να σου πω;»
Και για κάποιο λόγο, αυτή η απάντηση μου έμεινε.
Ίσως γιατί ακούγεται τόσο σπάνια.
Ίσως γιατί μέσα σε έξι λέξεις κατάφερε να κάνει κάτι που πολλές περίτεχνες απαντήσεις δεν καταφέρνουν: να με κάνει να τον εμπιστευτώ περισσότερο.
Γιατί τελικά υπάρχει κάτι πολύ καθησυχαστικό στον άνθρωπο που δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ξέρει τα πάντα.
Και κάπου εκεί σκέφτηκα:
Πότε ακριβώς έγινε τόσο δύσκολο να πούμε «δεν ξέρω»;
Υπάρχει μια μικρή σκηνή που συμβαίνει παντού.
Σε ένα meeting.
Σε μια παρέα.
Σε ένα οικογενειακό τραπέζι.
Σε μια συζήτηση που ξεκίνησε χαλαρά και κατέληξε ξαφνικά σε γεωπολιτική, διατροφή, οικονομία, τεχνητή νοημοσύνη και παιδοψυχολογία.
Κάποιος κάνει μια ερώτηση.
Και αντί να ακουστεί το απολύτως φυσιολογικό:
«Δεν ξέρω.»
αρχίζει η παράσταση.
«Νομίζω ότι…»
«Κάπου είχα διαβάσει…»
«Ένας γνωστός μου που ξέρει από αυτά λέει…»
«Δεν είμαι ειδικός, αλλά…»
Και κάπως έτσι, ένας άνθρωπος που πριν από τριάντα δευτερόλεπτα δεν είχε ιδέα, αποκτά ξαφνικά ολοκληρωμένη άποψη.
Για όλα.
Πότε έγινε τόσο δύσκολο να μην ξέρουμε;
Ίσως επειδή μεγαλώσαμε μαθαίνοντας ότι η σωστή απάντηση επιβραβεύεται.
Στο σχολείο σηκώνεις χέρι όταν ξέρεις. Στη δουλειά φοβάσαι μήπως το «δεν ξέρω» ακουστεί σαν «δεν είμαι αρκετά καλός». Στις παρέες δεν θέλεις να φανείς εκτός συζήτησης.
Και τώρα υπάρχει και το διαδίκτυο.
Έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ να βρίσκουμε μια απάντηση μέσα σε δευτερόλεπτα, που κάπου μπερδέψαμε την πρόσβαση στη γνώση με τη γνώση την ίδια.
Το ότι μπορώ να ψάξω κάτι δεν σημαίνει ότι το ξέρω.
Και σίγουρα δεν σημαίνει ότι πρέπει να έχω άποψη γι’ αυτό πριν καν το ψάξω.
Το «δεν ξέρω» δεν σε μικραίνει
Υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να πουν:
«Δεν ξέρω αρκετά γι’ αυτό για να σου απαντήσω.»
Και κάθε φορά που το ακούω, μου δημιουργεί ακριβώς το αντίθετο συναίσθημα από αυτό που ίσως φοβούνται.
Δεν σκέφτομαι «α, δεν ξέρει».
Σκέφτομαι:
«Ωραία. Αυτόν μπορώ να τον πιστέψω όταν μου πει ότι ξέρει.»
Γιατί όταν κάποιος δεν αισθάνεται την ανάγκη να γεμίσει κάθε κενό με βεβαιότητα, αποκτά μεγαλύτερη αξιοπιστία.
Και στη δουλειά αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό.
Θα προτιμήσω εκατό φορές έναν συνεργάτη που θα μου πει:
«Δεν το ξέρω, αλλά θα το βρω.»
από κάποιον που θα μου δώσει μια απάντηση με ύφος απόλυτης σιγουριάς και μετά θα χρειαστεί να διορθώσουμε όλοι μαζί τη ζημιά.
Η πρώτη φράση έχει άγνοια.
Η δεύτερη έχει άγνοια και αυτοπεποίθηση χωρίς λόγο.
Πιο επικίνδυνος συνδυασμός.
Δεν χρειάζεται να έχουμε γνώμη για όλα
Κι όμως, κάπως φτάσαμε σε μια εποχή όπου η σιωπή αντιμετωπίζεται σχεδόν σαν ύποπτη.
Έγινε κάτι;
Πρέπει να το σχολιάσεις.
Κυκλοφόρησε μια είδηση;
Πρέπει να αποφασίσεις αμέσως τι πιστεύεις.
Εμφανίστηκε ένα καινούργιο θέμα;
Πρέπει να πάρεις θέση πριν καν καταλάβεις ακριβώς περί τίνος πρόκειται.
Αλλά ξέρεις κάτι;
Μπορείς και να περιμένεις.
Να διαβάσεις.
Να ρωτήσεις.
Να αλλάξεις γνώμη.
Ή ακόμη και να καταλήξεις ότι δεν σε ενδιαφέρει αρκετά ώστε να αποκτήσεις άποψη.
Δεν είναι υποχρεωτικό να έχουμε θέση για κάθε τι που περνά μπροστά από την οθόνη μας.
Το πιο έξυπνο δωμάτιο είναι αυτό όπου επιτρέπεται η άγνοια
Σκέψου πόσες καλύτερες συζητήσεις θα κάναμε αν μπορούσαμε να λέμε πιο εύκολα:
«Δεν το έχω σκεφτεί.»
«Δεν το γνωρίζω.»
«Πες μου.»
«Μπορεί να κάνω λάθος.»
Δεν ακούγονται εντυπωσιακές φράσεις.
Αλλά ανοίγουν χώρο για κάτι που χρειαζόμαστε πολύ περισσότερο από άλλη μία βεβαιότητα:
περιέργεια.
Γιατί όταν πιστεύεις ότι ξέρεις ήδη, η συζήτηση τελειώνει.
Όταν λες «δεν ξέρω», τότε μπορεί πραγματικά να αρχίσει.
Οπότε, την επόμενη φορά που κάποιος θα σε ρωτήσει κάτι και δεν έχεις ιδέα, μην πανικοβληθείς.
Δεν χρειάζεται να θυμηθείς κάτι που «κάπου είχες ακούσει».
Δεν χρειάζεται να αυτοσχεδιάσεις.
Δεν χρειάζεται να πείσεις κανέναν.
Πες το.
«Δεν ξέρω.»
Επιτέλους, κάποιος το είπε.



































