Τόσα χρόνια τους είχαμε μάθει μαζί, ακόμη κι όταν δεν ήταν μαζί. Και τώρα που συγκρούστηκαν δημόσια, μια ολόκληρη χώρα νιώθει κάπως… στη μέση.
Να ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή.
Δεν ξέρουμε τι έγινε.
Δεν ήμασταν στις συζητήσεις. Δεν ξέρουμε τι συμφωνήθηκε, τι άλλαξε, ποιος είπε τι και πότε. Έχουμε δύο δημόσιες εκδοχές και αρκετές λεπτομέρειες για να γεμίσουν πολλές ώρες τηλεοπτικών πάνελ.
Κι όμως, το πιο ενδιαφέρον δεν είναι καν αυτό.
Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι από τη στιγμή που άρχισε η δημόσια κόντρα, ένα μεγάλο μέρος του κοινού αντέδρασε σαν να συνέβη κάτι… οικογενειακό.
«Μα αυτοί πάντα τα έβρισκαν.»
«Μετά από τόσα χρόνια;»
«Δεν μπορεί, θα τα ξαναβρούν.»
«Εγώ είμαι με την Άννα.»
«Εγώ είμαι με τον Καρβέλα.»
Συγγνώμη, μήπως να αποφασίσουμε και με ποιον θα περάσουμε Χριστούγεννα;
Γιατί κάπως τους είχαμε στο μυαλό μας ως “γονείς”
Όχι κυριολεκτικά, προφανώς.
Αλλά ως εκείνο το ζευγάρι που χώρισε, προχώρησε, έζησε άλλες ζωές και παρ’ όλα αυτά συνέχισε να υπάρχει ως «μαζί» στο συλλογικό μας μυαλό.
Βίσση και Καρβέλας δεν ήταν απλώς τραγουδίστρια και δημιουργός. Ήταν μια κοινή ιστορία δεκαετιών.
Εκείνος έγραφε τραγούδια που έγιναν κομμάτι της καριέρας της. Εκείνη τα έκανε επιτυχίες που έγιναν κομμάτι της ζωής μας.
Και κάπως θεωρήσαμε ότι, ό,τι κι αν συνέβαινε μεταξύ τους, ο ένας θα υπήρχε πάντα κάπου μέσα στην ιστορία του άλλου.
Γι’ αυτό όταν βλέπεις αυτή τη σχέση να τρίζει δημόσια, δεν το καταγράφεις απλώς ως άλλο ένα celebrity beef.
Λες: «Όχι ρε παιδιά. Εσείς;»
Και μετά αρχίζουμε να διαλέγουμε γονιό
Εδώ είναι που γινόμαστε όλοι λίγο παιδιά ξανά.
Ακούμε τη μία πλευρά: «Ναι, έχει δίκιο».
Ακούμε την άλλη: «Όχι, περίμενε, τελικά έχει δίκιο αυτή».
Και μέσα σε λίγες ώρες έχουμε γίνει λογιστές, μάνατζερ, δικηγόροι, μουσικοί παραγωγοί και οικογενειακοί σύμβουλοι.
Γιατί όταν μια σχέση μάς είναι πολύ οικεία, δυσκολευόμαστε να τη βλέπουμε να αλλάζει.
Θέλουμε να υπάρχει καλός και κακός. Θέλουμε να υπάρχει εξήγηση. Και κυρίως θέλουμε να ξέρουμε ότι στο τέλος «θα τα βρουν».
Όπως ακριβώς όταν είσαι παιδί και οι γονείς σου τσακώνονται στο διπλανό δωμάτιο.
Δεν ξέρεις ακριβώς τι συνέβη.
Αλλά θέλεις πάρα πολύ να τελειώσει.
Μόνο που αυτή δεν είναι δική μας σχέση
Και ίσως αυτό είναι το σημείο που ξεχνάμε πιο εύκολα.
Μπορεί να έχουμε ακούσει τα τραγούδια τους εκατοντάδες φορές. Μπορεί να έχουμε μεγαλώσει μαζί με αυτή τη συνεργασία. Μπορεί να αισθανόμαστε ότι «τους ξέρουμε».
Αλλά δεν τους ξέρουμε.
Δεν ξέρουμε τι κουβαλά μια σχέση τόσων δεκαετιών. Ούτε τι ειπώθηκε πίσω από κλειστές πόρτες, ούτε ποια πλευρά θεωρεί ότι αδικήθηκε περισσότερο.
Και, ξέρεις κάτι;
Δεν χρειάζεται να διαλέξουμε γονιό.
Μπορούμε απλώς να δεχτούμε ότι δύο άνθρωποι που υπήρξαν τεράστιο κομμάτι ο ένας της ζωής του άλλου μπορεί κάποια στιγμή να συγκρουστούν.
Ακόμη κι αν εμείς είχαμε αποφασίσει ότι αυτό το «μαζί» θα κρατούσε για πάντα.
Και αν τελικά τα ξαναβρούν;
Θα χαρούμε σαν παιδιά που άκουσαν επιτέλους την πόρτα του υπνοδωματίου να ανοίγει.
Μέχρι τότε, ας μην αποφασίσουμε ποιος θα πάρει την επιμέλεια μας.



































