9) Ο νέος κορωνοϊός SARS-CoV-2 για ασθενείς με αυτοάνοσα νοσήματα

 

Κομνηνού Ελένη, Ειδική Ρευματολόγος / Επιστημονικά Υπεύθυνη Ρευματολογικού Τμήματος Metropolitan General / Διευθύντρια Κλινικής “Αυτοάνοσων Ρευματικών Νοσημάτων” Metropolitan General

Διάφορες παθήσεις έχει φανεί ότι επηρεάζουν την πρόγνωση των
ασθενών που πάσχουν από COVID-19 και τους κατατάσσουν σε
ευπαθείς ομάδες. Τα δεδομένα όμως για τον κίνδυνο λοίμωξης αλλά
και τη βαρύτητα και την έκβαση της νόσου COVID-19 σε ασθενείς με
αυτοάνοσα νοσήματα είναι περιορισμένα.

Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει σαφής σύνδεση μεταξύ αυτοανοσίας και
λοίμωξης COVID-19. Η Αυτοανοσία διαφέρει από την
ανοσοανεπάρκεια (στην οποία το ανοσοποιητικό σύστημα είναι πολύ
αδύναμο για την καταπολέμηση των λοιμώξεων).

Αντίθετα, η Αυτοανοσία καθιστά το ανοσοποιητικό σύστημα σχετικά
υπερβολικά ενεργό, προκαλώντας συχνά την επίθεση του
ανοσοποιητικού σε ορισμένα κύτταρα και όργανα του σώματος, με
αποτέλεσμα υπερβολική φλεγμονή.

Τέτοια αυτοάνοσα και φλεγμονώδη νοσήματα είναι η ρευματοειδής
αρθρίτιδα, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (ΣΕΛ), η ψωριασική
αρθρίτιδα, η αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα, η ψωρίαση, οι
φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου (ν. Crohn, ελκώδης κολίτιδα),
ορισμένες αυτοάνοσες δερματοπάθειες ή άλλες σχετιζόμενες
καταστάσεις.

Αντιμετώπιση
Για την αντιμετώπιση των αυτοάνοσων νοσημάτων χορηγούνται
φάρμακα που τροποποιούν (ανοσοτροποποιητικά) παρά καταστέλλουν
το ανοσοποιητικό σύστημα. Τα νέα «βιολογικά» φάρμακα (infliximab,
etanercept, tocilizumab, adalimumab, κ.α) δρουν πιο στοχευμένα από
τα παλαιότερα όπως η κορτιζόνη, η μεθοτρεξάτη και η
υδροξυχλωροκίνη, ενώ εμφανίζουν και διαφορετική επίδραση όσον
αφορά την ικανότητα του ανοσοποιητικού να αντιμετωπίζει τις
λοιμώξεις.
Αυτά ακριβώς τα φάρμακα μελετώνται και για την αντιμετώπιση του
συνδρόμου απελευθέρωσης κυτταροκινών, σε ασθενείς με σοβαρή
λοίμωξη COVID-19. Το σύνδρομο απελευθέρωσης κυτταροκινών
φαίνεται ότι είναι κύρια αιτία σοβαρής νοσηρότητας σε ασθενείς με
COVID-19 (storm of cytokones). Κλινικές δοκιμές για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των ανοσοτροποποητικών θεραπειών όπως
η υδροξυχλωροκίνη, και το tocilizumab που αναστέλλει τη δράση της
ιντερλευκίνης-6, βρίσκονται σε εξέλιξη και έχουν δώσει αντικρουόμενα
– αλλά Ενθαρρυντικά – αποτελέσματα όσον αφορά την αντιμετώπιση
των επιπλοκών του COVID-19.
Έτσι, από την μια γνωρίζουμε ότι αυτά τα φάρμακα αυξάνουν την
ευπάθεια σε λοιμώξεις, σε διαφορετικό βαθμό για κάθε θεραπεία, ενώ
ορισμένα θα μπορούσαν να έχουν θετική επίδραση στην λοίμωξη με
COVID-19.
Σχετικά με αυτά ο αρμόδιος να κατευθύνει τον ασθενή είναι ο Ρευματολόγος, και κάθε περίπτωση είναι μοναδική!
Φαίνεται ότι μεταξύ των ασθενών που λάμβαναν νεότερους
βιολογικούς παράγοντες το ποσοστό που χρειάστηκε νοσηλεία ήταν
μάλλον χαμηλότερο.
Επίσης, από τους ασθενείς που χρειάστηκαν νοσηλεία, οι περισσότεροι
(79%) έλαβαν εξιτήριο. Αυτά τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η
προηγούμενη χρήση των βιολογικών παραγόντων σε ασθενείς με
αυτοάνοσα νοσήματα δε φαίνεται να σχετίζεται με χειρότερα
αποτελέσματα σε περίπτωση λοίμωξης COVID-19.

Συμπερασματικά
Με τα μέχρι τώρα δεδομένα δεν φαίνεται οι ασθενείς με αυτοάνοσα
νοσήματα να εμφανίζουν ιδιαίτερα αυξημένο κίνδυνο σε σχέση με τον
γενικό πληθυσμό (με άλλα λόγια δεν αποτελούν Επαθή Ομάδα), αλλά
η παρουσία επιπλέον νοσημάτων σε αυτούς τους ασθενείς και η μεγάλη
ηλικία αποτελούν σταθερούς επιβαρυντικούς παράγοντες. Η χρήση των
ανοσοτροποποιητικών φαρμάκων δεν φαίνεται επίσης να εμφανίζει
προστατευτική δράση.